Το βιβλίο της Bini Adamczak είναι μια πολύ καλή εξηντασέλιδη εικονογραφημένη απόπειρα να εξοικειωθούν δωδεκάχρονα παιδιά με το κομμουνιστικό όραμα. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από τον «Επίλογο για τη συγκρότηση μιας κομμουνιστικής επιθυμίας».

Το τέλος της ιστορίας έφτασε στο τέλος του. Όταν το 1992 ο Φράνσις Φουκουγιάμα κήρυξε το τέλος της ιστορίας, εννοούσε απλώς ότι δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση στον φιλελεύθερο καπιταλισμό. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός για να αμφισβητηθεί ως αστική ιδεολογία αυτή η αφήγηση – το 1993 από τους Ζαπατίστας στην Τσιάπας, το 1999 από το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης στο Σηάτλ, το 2001 στη Γένοβα -, ωστόσο κανείς ποτέ δεν αμφέβαλλε ότι όντως περιέγραφε μια πραγματικότητα. Κι αυτό το επιβεβαίωνε η ίδια η κριτική, διότι πότε άλλοτε θα μπορούσε να βγάλει τους ανθρώπους στο δρόμο το σύνθημα «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός»; Ενώ σε άλλες εποχές το κρίσιμο ερώτημα ήταν ποιος από τους εφικτούς κόσμους είναι ο επιθυμητός και πότε επιτέλους αυτός θα γίνει πραγματικότητα, τώρα το ερώτημα ήταν αν μπορεί καν να υπάρξει ένας διαφορετικός κόσμος. Έτσι, το τέλος της ιστορίας αποτύπωνε μια παγκόσμια ιστορική πραγματικότητα, η οποία διαμορφώθηκε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και επιβεβαιώθηκε ξανά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Αυτή η πραγματικότητα μετέβαλε τα μοτίβα τα οποία οι ανταγωνιστικές πολιτικές πλατφόρμες χρησιμοποιούσαν στην προσπάθειά τους να νομιμοποιηθούν: στη θέση της ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον εμφανίστηκε ο φόβος για την επιδείνωση του παρόντος. Κι αυτό το παρόν, που επιδείνωνε σταθερά τη ζωή της πλειονότητας, έμοιαζε να διαρκεί για πάντα.

α

 

Πώς να γράψεις λοιπόν σε αυτό το παρόν, του τέλους της ιστορίας, για το τέλος της προϊστορίας, δηλαδή για τον κομμουνισμό; Και είναι καταρχήν, δυνατόν να γράψεις για τον κομμουνισμό σε μια μετακομμουνιστική εποχή χωρίς να πέσεις θύμα ενός ανάρμοστου και ξεθυμασμένου πάθους; Η ιστορία φαινόταν να μην είναι πια – και, για την ακρίβεια, να μην είναι προ πολλού- με το μέρος των κομμουνιστριών. Ο δήθεν αντικειμενικός τόνος τον οποίο εξέπεμπε η βεβαιότητα των νικητών, και ο οποίος αντιλαμβανόταν τους νόμους της φύσης και της ιστορίας σαν φυσικούς του συμμάχους, είχε ήδη γίνει τόσο αναχρονιστικός όσο θλιβερό ήταν πια και το ηθικό δίδαγμα από τα πύρινα μανιφέστα και τις επαναστατικές μπαλάντες. Ο αντικειμενικός ρους της ιστορίας, η εμπειρία της ήττας, είχε φροντίσει ώστε κανείς πια να μην έχει διάθεση να παρασυρθεί από μεγάλα λόγια, και δικαίως. Αυτή ήταν η αλήθεια σχετικά με το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων.

Μετά το 1990, το κρίσιμο δοχείο εντός του οποίου κάθε κομμουνιστικό κείμενο ήταν υποχρεωμένο να χωρέσει δεν ήταν πλέον η αντικομμουνιστική ιδεολογία. Με άλλα λόγια, ένα τέτοιο κείμενο δε μπορούσε πια, αλλά και δεν χρειαζόταν, να πάρει μέρος στην ταξική πάλη χρησιμοποιώντας τα όπλα της διανόησης, σε μια πάλη που πλέον είχε μετατραπεί σε πάλη μεταξύ δύο παγκόσμιων συστημάτων. Οι ερωτήσεις για το αν ο κομμουνισμός είναι η καλύτερη, η πιο σωστή, η πιο λειτουργική και λογική κοινωνία δεν έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη. Πολύ προτού απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα και προτού ο κομμουνισμός αποδειχθεί εφικτός, έπρεπε να παρουσιαστεί καταρχήν ως δυνατός, κι ακόμα περισσότερο ως νοητός: ειδάλλως πώς θα μπορούσε κανείς να τον επιθυμήσει;

Η ιστορική συγκυρία προηγούνταν κάθε σκέψης περί διδακτικών και παιδαγωγικών στρατηγημάτων, και υποχρέωνε τη γλώσσα να γίνει απλή, καθημερινή και απτή μέχρι κοινοτοπίας. Αν η κομμουνιστική κριτική δεν ήθελε να περιοριστεί στον – δικαιολογημένα- βαρύθυμο αρνητισμό ή στα άσαρκα δόγματα της θεολογικής ερμηνείας των μαρξικών κειμένων – χωρίς όνειρο, χωρίς επιθυμίες ή σεξαπίλ -, έπρεπε να εμπλουτίσει την εργαλειοθήκη της, προσθέτοντας στα αναλυτικά νυστέρια και στα βέλη της κριτικής τα δομικά υλικά της κομμουνιστικής επιθυμίας.

Όμως ένα τέτοιο γραπτό δεν πέφτει αναγκαία στην παγίδα της ουτοπίας; Η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή δεν είναι πάντα μολυσμένη από το παρόν, από τις συνθήκες υπό τις οποίες συγκροτείται; Μπορεί μεν οι επιθυμίες, τα όνειρα, οι ανάγκες (όπως και οι ιδέες, οι ιδεολογίες, τα θεωρήματα) να γεννιούνται από τις κοινωνικές αντιφάσεις, να αναπτύσσουν ένα προοδευτικό περίσσευμα, αλλά δε μπορούν ποτέ να χειραφετηθούν, να αρθούν πάνω από τις υλικές συνθήκες που τα γέννησαν, δε μπορούν να αποτελέσουν τις σκέψεις, τις ιδέες, τις εικόνες μιας άλλης πραγματικότητας, μια διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης. Γι΄αυτό, το ερώτημα τι είναι ο κομμουνισμός και τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει συνοδεύεται πάντα από τη δικαιολογημένη καχυποψία ότι επεκτείνει το υπάρχον (το κεφάλαιο, την πολιτική, το υποκείμενο) πέρα από τα όρια της ύπαρξής του. Η ουτοπική φαντασία φέρει πάντα εντός της τον κίνδυνο να καταστρώσει ένα σχέδιο το οποίο, για να υλοποιηθεί, χρειάζεται να θέσουμε ως απώτερο στόχο ένα κανονιστικό ιδανικό. Έτσι όμως, η εικόνα του μέλλοντος μπορεί να μετατραπεί σε πρότυπο του μέλλοντος, και το να περιγράψεις το μέλλον μπορεί να σημαίνει ότι το υπαγορεύεις. Αυτό πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας.

γ

Ο συσχετισμός δυνάμεων στην ιστορία μας υποχρεώνει να συγκροτήσουμε μια επιθυμία που θα μπορεί να αγκυρώνει σε κάθε σχισμή της καθημερινής ζωής το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο, μια επιθυμία που σε κάθε στιγμή κοινωνικής οδύνης θα αξιώνει μια διαφορετική ζωή. Την ίδια στιγμή όμως πρέπει να ρωτάμε, επιστρατεύοντας την ευρύτερη δυνατή ιστορική γνώση και την πλέον διεισδυτική θεωρητική κριτική, κατά πόσο αυτή η επιθυμία οδηγεί σε αδιέξοδα που θα μπορούσαμε ίσως να τα αποφύγουμε. Ωστόσο, κι αν ακόμα είναι απαραίτητη μια προφητική τεχνητή προσθήκη προκειμένου να μεταμορφώσουμε την επιθυμία για κομμουνισμό σε κομμουνιστική επιθυμία, εντούτοις αυτή η επιθυμία δεν θα μπορεί παρά να είναι κομμουνιστική εάν σε κάθε ιστορική συνθήκη δείχνει, εκ νέου και ενάντια στον εκφυλισμό και τον περιορισμό των αναγκών, ότι μπορείς από τώρα κιόλας να θελήσεις περισσότερα.

Αγώνες του μέλλοντος – αγώνας για το μέλλον

Τι είναι ο κομμουνισμός; Είναι μήπως η κοινωνία όπου όλοι παίρνουν τον ίδιο μισθό, όπου γίνεται πραγματικότητα η αστική υπόσχεση της ισότητας; Μια κοινωνία η οποία, όπως λένε οι επικριτές της, τους κάνει όλους ίδιους, το ίδιο φτωχούς και το ίδιο διεφθαρμένους, μια κοινωνία που επιβραβεύει τους «τεμπέληδες» και αποθαρρύνει τους «εργατικούς», επειδή καταργεί το κίνητρο για αποδοτικότητα; Η μήπως είναι η κοινωνία στην οποία τα μέσα παραγωγής είναι δίκαια κατανεμημένα, βρίσκονται δηλαδή στην ιδιοκτησία εκείνων που τα χρησιμοποιούν, είναι η κοινωνία όπου όλοι παράγουν αυτόνομα και ανταλλάσσουν δίκαια, επειδή έχει καταργηθεί το χρήμα; Ή μήπως ο κομμουνισμός είναι η κοινωνία χωρίς ταξικές ανισότητες, καθώς έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η κοινωνία όπου καθένας παίδνει από τον κοινωνικό πλούτο τόσο όσο έχει συμβάλλει στην παραγωγή του, δηλαδή όλο τον μόχθο μιας εργάσιμης ημέρας – χωρίς μειώσεις, χωρίς εκμετάλλευση; Μια κοινωνία όπου τα πάντα ανήκουν στις εργαζόμενες, μια κοινωνία εργατριών; Είναι μήπως ο κομμουνισμός η κοινωνία η οποία έχει αφήσει πίσω της όλα τα περιττά και αλλοτριωμένα καταναλωτικά αγαθά που εξουσιάζουν τη ζωή των ανθρώπων στον καπιταλισμό, που διεγείρουν την απληστία τους και τους αποπροσανατολίζουν από τα ουσιώδη; Είναι δηλαδή η κοινωνία που θέτει τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων πάνω από την ανάγκη για αύξηση της παραγωγικότητας; Ή μήπως ο κομμουνισμός είναι η κοινωνία στην οποία δεν διεξάγεται πια μάχη για την κατανομή του πλούτου και στην οποία η πολιτική έχει μετατραπεί σε απλή διαχείριση των πραγμάτων, επειδή η φτώχεια έχει εξαλειφθεί και ο πλούτος ρέει άφθονος από παντού; Η κοινωνία που σχολάει ιστορικά την εργασία και κάνει την πολυτέλεια προσιτή σε όλους, η κοινωνία όπου η σαμπάνια ρέει ποτάμι και τα (μετα)μοριακά γεύματα προσγειώνονται σε ανοιχτά στόματα; Είναι ο κομμουνισμός η κοινωνία στην οποία δεν υπάρχουν πια συγκρούσεις, η κοινωνία της αρμονίας και της στασιμότητας; Ή μήπως είναι ο κομμουνισμός η κοινωνία με την οποία τελειώνει η προϊστορία και αρχίζει η ιστορία των ανθρώπων, η κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι αρχίζουν να διαμορφώνουν συνειδητά την ιστορία τους; Η κοινωνία που σημαίνει επιτέλους την έναρξη της πολιτικής, διότι μόλις σε αυτή την κοινωνία οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από ανεξαρτητοποιημένες δομές, από την εξουσία της νεκρής εργασίας και των «αντικειμενικών συνθηκών». μπορούν να αποφασίσουν για τη μοίρα τους; Με λίγα λόγια, είναι άραγε μια κοινωνία ριζοσπαστικής δημοκρατίας; Είναι ο κομμουνισμός η κοινωνία που διαλύει τη μονάδα την οποία συνιστά το άτομο, η κοινωνία όπου η απομόνωση παίρνει τέλος; Πρόκειται για την κοινωνία που υποτάσσει το ειδικό στο γενικό; Ή μήπως γι΄αυτήν που απελευθερώνει το μη ταυτόσημο, γιατί ακυρώνει την εξουσία του μέσου όρου και εξουδετερώνει την ανάγκη για ταυτότητα; Μήπως στον κομμουνισμό βρίσκει επιτέλους τον εαυτό του το συλλογικό υποκείμενο «ανθρωπότητα», καθώς οικειοποιείται έναν κόσμο που εντέλει της ανήκει, αφού αυτή τον έφτιαξε; Ή μήπως η κομμουνιστική κοινότητα είναι εκείνη που δεν συγκροτείται ούτε παρουσιάζεται μέσω κάποιας κοινής εργασίας, που σε καμία περίπτωση δεν οφείλει να πραγματώσει ή να αναπαραστήσει το ανθρώπινο ον; Μια κομμουνιστική κοινότητα ή κοινωνία που μάλλον μαθαίνει να χαιρετίζει παρά να ελέγχει το ανεξέλεγκτο περίσσευμα του κοινωνικού; Δηλαδή ένας κομμουνισμός λιγότερο της ιδιοποίησης και περισσότερο της «εξ-ιδιοποίησης»(Derrida, 1994), δίχως κέντρο και ενότητα – community without unity – στον οποίο οι άνθρωποι, τα ζώα και τα πράγματα συνδέονται μεταξύ τους με νέους και διαφορετικούς τρόπους (πβλ. Haraway, 1995);

Χωρίς να το αντιληφθούμε, η έννοια του κομμουνισμού πολλαπλασιάστηκε. Από τον κομμουνισμό φτάσαμε στους κομμουνισμούς, οι οποίοι, πέρα από έναν πραγματικό κομμουνιστικό πλουραλισμό, υποδηλώνουν ότι η έννοια του κομμουνισμού είναι αμφιλεγόμενη, ότι συνιστά πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Όλες αυτές οι αντιφατικές έννοιες του κομμουνισμού εκφράστηκαν ή εκφράζονται από φιλελεύθερες ή αυταρχικές κομμουνίστριες, από σοσιαλίστριες, από εχθρούς του συστήματος. Έτσι ο κομμουνισμός σήμαινε ανέκαθεν πολύ περισσότερα από μόνη την άρνηση του καπιταλισμού, καθώς εμπλέκεται ευθύς εξαρχής στην κριτική στους άλλους κομμουνισμούς και τις σοσιαλιστικές ουτοπίες, στη σύγκρουση για το μέλλον.

Παρ΄όλα αυτά, και εξαιτίας τους, μπορούμε να εννοήσουμε τον κομμουνισμό ως την προσπάθεια να αρνηθούμε τουλάχιστον όλα τα δεινά που γεννά η καπιταλιστική κοινωνία και όχι μόνο ένα τμήμα τους. Αν όμως εννοήσουμε έτσι τον κομμουνισμό, τότε ο λόγος των αντικαπιταλιστικών ουτοπιών συνοδεύεται από το ερώτημα σε ποιον βαθμό τα εκάστοτε αντιπαραδείγματα παραμένουν εγκλωβισμένα στο καπιταλιστικό πρότυπο. Η ουτοπία αποδεικνύεται συνεχιστής ανεπιθύμητων στοιχείων του υπάρχοντος όταν η κριτική στον καπιταλισμό, η οποία αποτελεί τη βάση της, μπορεί να αναλυθεί ως κριτική στον καπιταλισμό από την οπτική γωνία του καπιταλισμού, ως μια κριτική επομένως που εξιδανικεύει μια ορισμένη στιγμή του καπιταλισμού αποσιωπώντας τον οδυνηρό χαρακτήρα της, προκειμένου να τη στρέψει ενάντια στις υπόλοιπες στιγμές του καπιταλισμού. Έτσι μπορούμε να συστηματιοποιήσουμε χοντρικά τις αντικαπιταλιστικές ουτοπίες με βάση την ερώτηση ποιο είναι το πρόταγμά τους και ποια σφαίρα της καπιταλιστικής οικονομίας έχουν ως παράδειγμα γι΄αυτό.

β

Κριτική στους κριτικούς, άρνηση της άρνησης

– Κυκλοφορία

Η κριτική στον καπιταλισμό, η οποία αντλεί το κριτήριό της από το ιδανικό της απλής εμπορευματικής παραγωγής, λειτουργεί κατά το κλασικό μοτίβο της εμμενούς κριτικής. Εξισώνει τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστατης, την ελευθερία και την ισότητα, με την ανεπαρκή τους υλοποίηση. Με αυτό ασκεί κριτική στην αστική οικονομία από τη βάση της αστικής οικονομίας. Όπως έδειξε η Νάντια Ράκοβιτς, η έννοια της ελευθερίας που υποβαστάζει αυτή την κριτική είναι η φιλελεύθερη, αστική, αρνητική ελευθερία των μεμονωμένων ατόμων, η ελευθερία από τον συλλογικό καταναγκασμό, από τη συνεργασία. Όπου η ελευθερία ορίζεται με θετικό τρόπο, πρόκειται για την ελευθερία της κατανάλωσης (ή των παραγωγικών κυττάρων). Καθεμιά πρέπει να μπορεί να αποφασίζει τι προϊόντα θα αγοράζει, πώς θα επηρεάζει ως άτομο και δίχως κοινωνικές συμφωνίες τα σχέδια που καταστρώνονται, πρέπει να μπορεί να αποφασίζει ελεύθερα πώς θα παράγει. Κατ΄αναλογία, η ισότητα ερμηνεύεται ως ισοδυναμία, η οποία στο οικονομικό πεδίο μεταφράζεται στα μοντέλα ισορροπίας. Πρόκειται για την ισότητα μεταξύ ανώνυμων κατόχων εμπορευμάτων, των οποίων η προσφορά και η ζήτηση εξισορροπούνται ιδανικά. Για την κριτική στον καπιταλισμό που εκκινεί από τη σφαίρα της κυκλοφορίας, το πρόβλημα εμφανίζεται από τη στιγμή που η πραγματικότητα της αστικής κοινωνίας αποκλίνει από τα ίδια της τα ιδανικά. Εφόσον η κριτική που εστιάζει στην κυκλοφορία μένει προσκολλημένη στην ανταλλαγή, στην αξία, κι επομένως στην παραγωγή με σκοπό την πώληση (ιδιωτική παραγωγή του μη καταναλωθέντος – ιδιωτική κατανάλωση του μη παραχθέντος ), και άρα αντιλαμβάνεται την αγορά και την πώληση του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» ως ανταλλαγή ισοδυνάμων, ως μια σχέση μεταξύ ίσων, δε μπορεί παρά να αντιληφθεί τη δημιουργία της υπεραξίας ως παραβίαση του νόμου περί ισοδυνάμων – ως απάτη. Υπεύθυνο γι΄αυτή την απάτη θεωρείται συνήθως το χρήμα, που ταυτίζεται, αντιστοίχως, με τις χρηματοπιστωτικές αγορές και του οποίου η ιδιαίτερη δυναμική παράγει ένα διαρκώς αυξανόμενο χάσμα μεταξύ φτώχειας και πλούτου.

Αυτή η θέση δε μπορεί να σταθεί ούτε καν στο οικονομικό επίπεδο. Επειδή η κριτική από την οπτική γωνία της κυκλοφορίας μένει προσκολλημένη στην αγορά, διατηρεί ακέραιη τη δυνατότητα εμφάνισης της κρίσης ακόμα και χωρίς το χρήμα, καθώς η αξία ενός προϊόντος υλοποιείται εκ των υστέρων, δηλαδή κατά την πώληση. Υπό τις συνθήκες της παραγωγής της προσανατολισμένης στην αγορά, μόνο εντός της αγοράς αποδεικνύεται πόση ζήτηση υπάρχει για τα παραχθέντα εμπορεύματα, και αν υπάρχει καν ζήτηση. Αυτό όμως δεν συνοδεύεται μονάχα από το ενδεχόμενο της πτώχευσης, της χρεοκοπίας των μεμονωμένων ιδιωτικών παραγωγών που έπεσαν έξω στους επιχειρηματικούς και οικονομικούς υπολογισμούς τους, αλλά και από εκείνο της ύφεσης, της υπερπαραγωγής, της υπερσυσσώρευσης, εν ολίγοις απ΄όλο το ρεπερτόριο των καπιταλιστικών κρίσεων. Πέρα από το ζήτημα της παραγωγής υπεραξίας και της αναπαραγωγής των τάξεων – που εδώ ούτε καν τα θίγουμε -, μαζί με την ιδιωτική παραγωγή εξακολουθεί να υπάρχει ο ανταγωνισμός και με αυτόν όχι απλώς το κίνητρο αλλά και η ανάγκη να παράγεις όσο το δυνατόν φθηνότερα, να υποσκελίζεις τις ανταγωνίστριές σου, να ρίχνεις τους μισθούς, να θέτεις σε κίνηση τον φαύλο κύκλο της συσσώρευσης. Με αυτά επανέρχονται στο προσκήνιο όλα εκείνα που η κριτική στην κυκλοφορία ήθελε να εξαλείψει δια της κατάργησης ή δια του ελέγχου του χρήματος.

Αν το εξετάσουμε από θετική σκοπιά, η κατάφαση στην αγορά, που υποβαστάζει την κριτική στην κυκλοφορία, τροφοδοτείται από την έντονη δυσπιστία απέναντι στις υποχρεωτικές κοινωνικοποιήσεις, τη δυσπιστία απέναντι στον σχεδιαζόμενο έλεγχο του ατόμου από τη συλλογικότητα. Η σφαίρα της κυκλοφορίας, στην οποία οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλον ως ελεύθεροι και ίσοι, θεωρείται εγγυητής μιας υψηλής ατομικής ελευθερίας. Εκεί επιδρά και ο φετιχιστικός χαρακτήρας των εμπορευματικών σχέσεων, ο οποίος αποσιωπά τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και της αναπαραγωγής, και επιτρέπει να εκληφθούν αυτές ως αμιγώς τεχνικοοικονομικές αναγκαιότητες.

Από μια τέτοια φετιχιστική σκοπιά μπορεί να μας διαφύγει το γεγονός ότι η αγορά καθαιρεί μια προσωπική και συγκεκριμένη εξουσία απλώς και μόνο για να την αντικαταστήσει με μια αφηρημένη. Εντέλει, η αλληλεξάρτηση των ατόμων δεν περιορίζεται δια της εμπορευματικής παραγωγής. Κάθε άλλο: παίρνει τεράστιες, πλανητικές διαστάσεις. Εντούτοις αυτή η εξάρτηση, ως πραγμοποιημένη, δε μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο της παρέμβασης δια της οποίας οι άνθρωποι προσπαθούν να κατανοήσουν και να διαμορφώσουν τη ζωή τους,. Παρ΄όλα αυτά, οι φιλελεύθερες θεωρητικοί της κοινωνίας των πολιτών αντιμετωπίζουν με την υποψία του ολοκληρωτισμού τη συνολική αλλαγή της γενικής κοινωνικής οργάνωσης, δηλαδή τη δημοκρατική αναδιάρθρωση, υποψία ιστορικά βάσιμη ως ένα σημείο. Καθώς όμως αρνούνται να δουν ως αστικές και καπιταλιστικές τις φαντασιώσεις τους περί ισότητας και ελευθερίας, δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν το γεγονός ότι η σφαίρα της κυκλοφορίας διαμεσολαβείται από τις άλλες σφαίρες της καπιταλιστικής οικονομίας, και ως εκ τούτου αναπαράγουν αναπόφευκτα όλες εκείνες τις σχέσεις κυριαρχίας που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της σφαίρας της κυκλοφορίας.

δ

– Παραγωγή

Η κριτική στον καπιταλισμό από την οπτική γωνία της παραγωγικής σφαίρας είναι σίγουρα η επικρατέστερη στρατηγική αντικαπιταλιστικής κριτικής. Σε αντίθεση με τους εκφραστές των θεωριών περί κυκλοφορίας, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στο φιλελεύθερο αριστερό στρατόπεδο και άρα είναι συχνά αντικομμουνιστές, η φετιχοποίηση της παραγωγής χαρακτηρίζει παραδοσιακά τον κρατικό σοσιαλισμό. Στην κλασική της εκδοχή λειτουργεί ως κριτική στον καπιταλισμό προσανατολισμένη στην παραγωγή και στη δυϊστική, αδιαμεσολάβητη αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Με αφαίρεση από την καπιταλιστικά επικαθορισμένη μορφή της, «η» εργασία τίθεται ως υπεριστορική – ανθρωπολογική σταθερά, και της αποδίδεται ταυτόχρονα ένας χαρακτήρας φυσικής αναγκαιότητας και νοηματοδότησης, της αποδίδεται η ιδιότητα να κινεί την ιστορία με την αισιοδοξία της προόδου. Σε αντίθεση με αυτήν, το κεφάλαιο θεωρείται μη παραγωγικό, μη εργασία, η οποία το μόνο που κάνει είναι να οικειοποιείται αδίκως την απλήρωτη υπερεργασία των δυνάμεων της εργασίας. Όπως είναι επόμενο, βασική κατηγορία της εν λόγω κριτικής είναι η έννοια της εκμετάλλευσης όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο πεδίο της κατανομής του πλούτου. Η υπέρβαση του καπιταλισμού γίνεται νοητή ως η απαλλοτρίωση της τάξης των καπιταλιστριών με τη βοήθεια του νόμου και του κράτους, κατά την οποία τα μη παραγωγικά στοιχεία της κοινωνίας θα απομακρυνθούν και όλοι οι άνθρωποι θα γίνουν εργάτες.

Αυτή η οπτική καθιστά αδύνατο να συλλάβουμε την ίδια την εργασία ως καπιταλιστικά επικαθορισμένη και να σκεφτούμε την απαλλοτρίωση εκτός νομικών ή ηθικών κατηγοριών. Η σχέση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, η οποία θεωρείται ταυτόσημη με τη σχέση εργασίας – κεφαλαίου, εκλαμβάνεται απλώς ως σχέση ιδιοκτησίας. Έτσι όμως δεν επερωτά κανείς ούτε το ιδιαίτερο είδος της καπιταλιστικής εργασίας ούτε την υποταγή της κοινωνίας στις επιταγές της παραγωγής και της υπερπαραγωγής, δηλαδή στις επιταγές της ανάπτυξης. Ο Μόισε Ποστόουν έδειξε πώς με αυτόν τον παραδοσιακό κομματικό κομμουνισμό εξακολουθούν να κυριαρχούν και να διευρύνονται κεντρικές καπιταλιστικές κατηγορίες. Κατ΄αρχάς πρέπει να επισημάνουμε ότι η εργασία καθαυτή, ως αφηρημένη έννοια, δεν αναφέρεται σε κάποια υπεριστορική πράξη, αλλά ότι ως τέτοια καθίσταται γενικευμένη κοινωνική πραγματικότητα με την εμφάνιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Οι σφαίρες της ζωής και της εργασίας χωρίζουν με το που εμφανίζεται το εργοστάσιο, δηλαδή όταν επιβάλλονται οι θέσεις και οι ώρες εργασίας. Απαραίτητη προϋπόθεση γι΄αυτόν τον χωρισμό είναι η κατασκευή ενός αφηρημένου χρόνου, ανεξάρτητου από τις εποχές του έτους, τον καιρό, τις παραδοσιακές συνήθειες και τις ανάγκες του αντικειμένου της εργασίας. Η ιστορία της επιβολής του συνδέεται στενά με την ιστορία της πειθαρχίας. Προπαντός όμως η αφηρημένη εργασία δεν βασίζεται μόνο στη διάκρισή της από τον ελεύθερο χρόνο, αλλά είναι γι΄αυτήν επιπλέον απαραίτητη η διάκριση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής. Η καπιταλιστική κατασκευή της εργασίας συνοδεύεται από τη διαμόρφωση δύο διακριτών σφαιρών, της παραγωγής και της αναπαραγωγής, διαμόρφωση που καθιστά αναγκαία δύο διαφορετικά συμπλέγματα γνώσης – δραστηριότητας – συναισθήματος και μαζί με αυτά αξιώνει δύο διαφορετικές υποκειμενικότητες, που εμφυλοποιούνται και διχοτομούνται.

Επομένως η αποϊστορικοποίηση της εργασίας σημαίνει ότι μια ειδική ιστορική μορφή της εργασίας, η καπιταλιστική έννοια της εργασίας, αποκτά οντολογικά χαρακτηριστικά, καθότι μόνο με την εμφάνισβ του καπιταλισμού γίνεται καταρχήν εφικτό να μιλάμε για «την εργασία». Αυτή η αφηρημένη εργασία είναι αφηρημένη τόσο καθότι διακριτή από τις άλλες σφαίρες, από ις άλλες στιγμές, π.χ. ως αποκαθαρμένη από την αναπαραγωγή, όσο και ως υποκείμενη στον αφηρημένο χρόνο, ως ποσοτικοποιήσιμη, ως επακριβώς μετρήσιμη. Μαζί με τον αφηρημένο χρόνο πηγαίνει και η λογική της αξίας και του ισοδυνάμου, και μαζί με ατούτα οι αστικές έννοιες της ισότητας και της δικαιοσύνης. Η εργασία εμφανίζεται στην ιστορία ως αφηρημένη, αλλά και με την έννοια ότι είναι εκκενωμένη από κάθε μη αξιοποιήσιμη στιγμή, με την έννοια ότι πρέπει να αφαιρεθεί από αυτήν οτιδήποτε δεν εξυπηρετεί την παραγωγή υπεραξίας. Όταν λοιπόν ο παραδοσιακός μαρξισμός θέτει «την εργασία» ως τον θετικό όρο, τον αντίθετο του κεφαλαίου, παίρνει μια στιγμή της καπιταλιστικής κοινωνίας και τη στρέφει εναντίον της, μια στιγμή που γεννήθηκε από το ίδιο το κεφάλαιο και που υπακούει στους νόμους του.

ε

– Κατανάλωση

Σε αντίθεση με τον αντικαπιταλισμό που αναφέρεται στην παραγωγή, η κριτική στον καπιταλισμό από την οπτική γωνία της κατανάλωσης αποτελεί νεότερη στρατηγική, διότι η κατανάλωση αποκτά ειδικό βάρος το νωρίτερο με τους Παριζιάνους μποέμ του δεκάτου ενάτου αιώνα, κι έπειτα με τους κριτικούς της κουλτούρας της δεκαετίας του 1920, ενώ μόνο με τον ανεπτυγμένο φορντισμό γίνεται μαζικό φαινόμενο, που αφορά και το προλεταριάτο. Με την κρίση του φορντισμού τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 θα μπορέσει το εμπόρευμα να εξελιχθεί σε φορέα μιας επαναστατικής υπόσχεσης ευτυχίας, που υπερβαίνει το μικροαστικό ιδανικό του αυτοκινήτου, του σπιτιού και της τηλεόρασης, ιδανικό το οποίο συμβάλλει στην ενσωμάτωση της εργατικής τάξης. Όταν ο μεταπολεμικός καπιταλισμός της επανακμάζουσας συσσώρευσης περιέρχεται σε κρίση, και μαζί με αυτόν κι ο κοινωνικός χαρακτήρας της πρωσικής – προτεσταντικής ηθικής της αποταμίευσης, η πολιτιστική επανάσταση ανοίγει νέα πεδία επέκτασης για το κεφάλαιο και τους κριτικούς του. Η σεξουαλικότητα και το κυνήγι της ηδονής παύουν να αποτελούν ταμπού, γεγονός που δημιουργεί νέες αγορές, νέες στρατηγικές μάρκετινγκ, θέτοντας σε κίνηση νέους κύκλους συσσώρευσης. Η εστίαση στην αναπαραγωγή διανοίγει νέα πολιτικά πεδία μάχης (κατοικία, νοικοκυριό, πάρτι) και ταυτόχρονα αποτελεί ιστορικό αποτέλεσμα της ήττας μέσα στο εργοστάσιο. Όπως έδειξε η Κάτια Ντήφενμπαχ, η κριτική στον καπιταλισμό η προσανατολισμένη στην κατανάλωση τοποθετείται ακριβώς μέσα σε αυτή την κίνηση μεταξύ εξέγερσης και ενσωμάτωσης.

Η κριτική στον καπιταλισμό από τη σκοπιά της καταναλωτικής σφαίρας υποστηρίζει ότι η κριτική δεν θα έπρεπε να υπαναχωρήσει από τα επιτεύγματα του καπιταλισμού και γι΄αυτό στρέφεται ενάντια σε όλα τα πουριτανικά, ασκητικά και οικολογικά ιδανικά. Το σοσιαλδημοκρατικό σύνθημα «Δικαίωμα στην εργασία» μετασχηματίζεται σε «Δικαίωμα στην τεμπελιά», σύμφωνα με τη διατύπωση του Πολ Λαφάργκ, γαμπρού του Μαρξ. Αντιστοίχως, η κριτική χαιρετίζει την προελαύνουσα εκμηχάνιση και τον αυτοματισμό της παραγωγής, επειδή αυξάνουν τις καταναλωτικές δυνατότητες, τόσο δια της επέκτασης της παραγωγής όσο και δια της συμπίεσης του εργάσιμου χρόνου. Το κυρίαρχο μοτίβο αυτής της κριτικής είναι η μομφή ότι ο καπιταλισμός δε μπορεί να εκπληρώσει – και σίγουρα όχι σε μαζική κλίμακα – την υπόσχεση ευτυχίας που δίνει.

Μπορεί μεν με το σύνθημα «Πολυτέλεια για όλους» να ασκείται κριτική στον αποκλεισμό της πλειονότητας του πληθυσμού της γης από τον κοινωνικό πλούτο, ωστόσο ο ίδιος ο επικαθορισμός της μορφής αυτού του πλούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Με τούτο όμως όχι μόνο παραβλέπονται υγειονομικά, οικολογικά, κ.λπ. ερωτήματα, αλλά προπαντός υιοθετούνται η καταναλωτική μονάδα, ο ατομικισμός της κατανάλωσης και η διάκριση μεταξύ καταναλωτικής και παραγωγικής σφαίρας. Αν όμως δεχτούμε αυτή τη διάκριση, τότε η εκμηχάνιση χάνει τον διακηρυγμένο, χειραφετικό της στόχο, διότι αποσιωπάται το ερώτημα περί του ελέγχου των μηχανών, το ερώτημα για την κατασκευή και τον προγραμματισμό τους (πβλ. Baumeister και Negator, 2005: 97-98). Επομένως η καταναλωτική σφαίρα είναι κι αυτή προϊόν του σύγχρονου καπιταλισμού, όπως ακριβώς οι σφαίρες της παραγωγής και της κατανάλωσης. Η συγκρότησή της είναι αφενός μεν αντικειμενικά αναγκαία, προκειμένου τα παραχθέντα εμπορεύματα να αποκτήσουν ζήτηση και άρα να συνεχιστεί η συσσώρευση, αφετέρου δε είναι υποκειμενικά αναγκαία ως αντίβαρο και υποκατάστατο της αλλοτριωμένης εργασίας. Τη στιγμή που η εργασία γίνεται αντιληπτή κυρίως ως ξόδεμα δυνάμεων, ως κόπος και υποχρέωση, η πελάτισσα εγκαλείται ως βασίλισσα, της οποίας η ελευθερία επιλογής μοιάζει να περιορίζεται μόνο ποσοτικά (βλ. ύψος λογαριασμού), ενώ στην πραγματικότητα περιορίζεται και ποιοτικά μεταξύ των επιλογών αγοράζω/ δεν αγοράζω/ κλέβω. Τη στιγμή που η εργασία διαμορφώνεται από τις ιεραρχίες και την υποταγή στις ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας, το εμπόρευμα χρήμα δίνει στην ιδιοκτήτριά του τον έλεγχο επί του εργάσιμου χρόνου των άλλων, κι έτσι είναι πάντα φορέας του φετίχ της αρρενωπής αυτονομίας. Πέρα από το γεγονός ότι τα προϊόντα, τα εμπορεύματα, είναι εκ των έσω καπιταλιστικά διαμορφωμένα, π.χ. ως προς την ποιότητα, την αντοχή, την ιδιαιτερότητά τους, αλλά και ως φορείς συμβολικού κεφαλαίου (μάρκες, διάκριση, συμμόρφωση με τη νόρμα), η ίδια η εμμονή στην κατανάλωση ως μια σφαίρα διακριτή από την παραγωγή, στέκεται εμπόδιο στη συνολική χειραφέτηση της κοινωνίας. Η κριτική στον καπιταλισμό από την οπτική γωνία της κατανάλωσης συνιστά επέκταση της ιδεολογικής λειτουργίας που επιτελεί η υπόσχεση ευτυχίας την οποία φέρουν τα εμπορεύματα σε συνθήκες καπιταλισμού, δηλαδή της λειτουργίας να μας αποπροσανατολίζει από την προσπάθεια να διαμορφώσουμε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται η ανάγκη μας για φυγή (φυγή στον ελεύθερο χρόνο, στις βιτρίνες των καταστημάτων, στην τηλεόραση)/

ζ

Και τώρα; «Θα ήθελα μια εκτύπωση του αρνητικού, σας παρακαλώ!»

Οπτικές γωνίες και θέσεις παρκαρίσματος

Αρκετά είπαμε όμως για την κριτική/ τις κριτικές. Αν μπορούμε να συστηματοποιήσουμε από κομμουνιστική οπτική γωνία τις διαφορετικές κριτικές στον καπιταλισμό, καθώς και τις (κομμουνιστικές) ουτοπίες που συνδέονται με αυτές, με βάση τις ποικίλες ανεπάρκειές τους, αν μπορούμε να τις επικρίνουμε από κομμουνιστική οπτική γωνία επειδή η κριτική που ασκούν στον καπιταλισμό εκκινεί από μια καπιταλιστική οπτική γωνία (κυκλοφορία, παραγωγή, κατανάλωση), τότε θα πρέπει να θέσουμε και το ερώτημα ποια είναι εντέλει η οπτική γωνία αυτής της συστηματοποίησης και αυτής της κριτικής, κι αν μπορεί κανείς να την υιοθετήσει, ποιος είναι ο τόπος του κομμουνιστικού μη τόπου, α-τόπου. Όμως η κομμουνιστική οπτική γωνία μπορεί να συνιστά καταρχήν οπτική γωνία ή μήπως τελικά η στατικότητα τέτοιων τοπικών προσδιορισμών είναι εντελώς αταίριαστη με την κίνηση της κομμουνιστικής κριτικής, μήπως δηλαδή αντί για οπτικές γωνίες και σημεία θέασης θα έπρεπε να μιλάμε για τα ίχνη μιας πορείας, για μονοπάτια και ακτίνες βολής;

Ο Αντόρνο, στο έργο του Minima Moralia, δίνει μια παράδοξη απάντηση στο ζήτημα της κανονιστικότητας, δηλαδή στο ζήτημα της οπτικής γωνίας. Γράφει: «Η μόνη φιλοσοφία, για την οποία, μπροστά στην απόγνωση, μπορεί ακόμη να αναληφθεί η ευθύνη, θα ήταν η απόπειρα να θεωρεί κανείς τα πράγματα έτσι, όπως θα παρουσιάζονταν από τη σκοπιά της λύτρωσης». Κι αυτό είναι «όμως και το εντελώς αδύνατο, αφού προϋποθέτει μια σκοπιά απομακρυσμένη, έστω κατά ένα ελάχιστο, από τον μαγικό κύκλο της ύπαρξης [..].» (στο ίδιο). Αυτή η προοπτική δεν εγκαταλείπει εντελώς την έννοια της οπτικής γωνίας ω μοτίβο σκέψης, αλλά τη μεταφέρει από το παρελθόν (της καταγωγικής αρχής, του πρώιμου κομμουνισμού, της μητριαρχίας) ή από τη διιστορικότητα (της φύσης, της ανθρωπολογίας) στο μέλλον. Η ελπίδα έγκειται στο ότι οι επόμενες γενιές ανθρώπων θα βλέπουν τόσο καθαρά τον παραλογισμό και την περιττή βαρβαρότητα της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης όσο φαίνεται σ΄εμάς σήμερα εξωπραγματικό και αλλόκοτο το γεγονός ότι υπήρχαν κάποτε άνθρωποι που πίστευαν στη θεωρία των δύο φύλων ή στο ότι η Γη είναι επίπεδη. Και ακριβώς αυτή η αδυναμία κατάληψης του μελλοντικού σημείου θέασης συνιστά κατά τον Αντόρνο τη χειραφετική στιγμή του αιτήματος να υιοθετήσουμε το εν λόγω σημείο. Αυτή η αδυναμία κατάληψής του οφείλει να προφυλάξει τη σκέψη από τον κίνδυνο να παραδοθεί στην ψευδαίσθηση ότι είναι μια σκέψη υπεράνω κοινωνικών καθορισμών, επειδή ακριβώς η φαντασίωση της ελευθερίας της σκέψης προετοιμάζει το έδαφος επί του οποίου επεκτείνονται τα όρια της αστικής κοινωνίας χωρίς οι επικριτές της να το αντιληφθούν. «Πρέπει η ίδια (η σκέψη) να κατανοήσει ακόμα και την αδυνατότητά της στο όνομα της δυνατότητας» (στο ίδιο). Το παράδοξο να μην μπορεί η εξωτερική γωνία θέασης να καταληφθεί κι όμως να πρέπει να καταληφθεί οφείλει να προφυλάξει τους κριτικούς από τη φετιχοποίηση των ίδιων τους των προϊόντων, από την ψευδαίσθηση που γεννά ο ουτοπισμός ότι θα μπορούσαμε σήμερα κιόλας να πούμε πώς θα έπρεπε να είναι μια απελευθερωμένη κοινωνία. Η σύλληψη της κομμουνιστικής γωνίας θέασης ως α-κατάληπτης πρέπει να την προστατεύσει από τον κίνδυνο να παραμείνει αυτή στο έδαφος του καπιταλισμού. Αλλά πόσο σίγουρη είναι αυτή η προστασία; Είναι πράγματι το μέλλον τόσο ανέγγιχτο από το παρόν όσο διακηρύσσει, και είναι υποχρεωμένος να διακηρύξει, ο Αντόρνο; Μήπως το παρόν δεν προσπαθεί διαρκώς να αγγίξει το μέλλον, όπως ακριβώς προσπαθεί και το παρελθόν να αγγίξει το παρόν; Δεν αλλάζει άραγε η ιδέα που έχουμε για το μέλλον όπως ακριβώς αλλάζει το πραγματικό μέλλον με κάθε αλλαγή που συμβαίνει στο παρόν (αλλαγή = παραγωγή μέλλοντος, υλοποίηση μιας δυνατότητας και άρα δημιουργία και αποκλεισμός δυνατοτήτων); Κι επομένως δεν πρέπει να αλλάζει διαρκώς το μέλλον και η ιδέα μας γι΄αυτό, αν το λυτρωτικό μέλλον είναι η άρνηση της εκάστοτε υπάρχουσας οδύνης; Μπορεί ποτέ αυτή η άρνηση να μένει η ίδια όταν αλλάζει αυτό το οποίο αρνούμαστε; Αν το εκτός, δηλαδή ο κομμουνισμός, δε μπορεί καν να μείνει ανέγγιχτο από την ιστορία – κι αν, προπαντός, δεν πρέπει να μείνει ανέγγιχτο -, τότε είναι ακριβώς η απαγόρευση της εξεικόνισης εκείνη που δουλεύει προς όφελος του φετιχισμού, γιατί ορίζει τον κομμουνισμό ως ανέγγιχτο, αδιάσπαστο, αμόλυντο, υπεριστορικό. Άραγε ο λόγος του Αντόρνο περί «του μέλλοντος», «της απελευθέρωσης», «της λύτρωσης» δεν εμποδίζει ακριβώς τη γνώση ότι καμιά από αυτές τις έννοιες δε μπορεί και δεν πρέπει να είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της, ότι σήμερα κομμουνισμός σημαίνει κάτι άλλο απ΄ό,τι σήμαινε εκατό χρόνια πριν, και ότι αύριο θα πρέπει να σημαίνει κάτι άλλο απ΄ό,τι σημαίνει σήμερα; «Η κομμουνιστική κριτική δε μπορεί να μένει αδιάφορη απέναντι στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων. Ο πυρήνας της είναι έγχρονος. Η σημασία του κομμουνισμού πρέπει να ορίζεται εκ νέου σε κάθε ιστορική συγκυρία» (diskus 1/03: 3).

η

Ο παράδοξος καθορισμός του εκτός σημαίνει για τον Αντόρνο ότι είναι αφενός απολύτως αδύνατο να υιοθετήσουμε εκείνη τη μελλοντική οπτική γωνία, αλλά και αφετέρου «το πιο απλό από όλα, αφού η κατάσταση αποζητά επιτακτικά μια τέτοια γνώση, αφού μάλιστα η πλήρης αρνητικότητα, μόλις την αντικρίσει κανείς κατάματα, κρυσταλλώνεται σε ενατιόμορφη γραφή του αντιθέτου της»(Adorno, 1990 [1970]). Όμως αυτή η κρυστάλλωση δεν συμβαίνει ποτέ από μόνη της. Η θεωρητική άρνηση της άρνησης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κατάφαση, από την κριτική στον καπιταλισμό και την κριτική στις περιορισμένες κριτικές στον καπιταλισμό δεν προκύπτει δια της επαγωγής το αντίθετό τους, το αντιρεαλιστικό μοντέλο. Ακόμα κι από το πιο ακριβές αρνητικό μπορούμε να πάρουμε διαφορετικές εκτυπώσεις, μπορούν να προκύψουν εκατοντάδες διαφορετικές φωτογραφίες ανάλογα με τον φωτισμό, την οπτική και τη χρησιμοποιούμενη τεχνική. Αυτή η κριτική άρση της απαγόρευσης της εξεικόνισης απολαμβάνει ξαφνικά την υποστήριξη ακόμα και του ίδιου του Αντόρνο, ο οποίος λέει σε μια συνομιλία του με τον Ερνστ Μπλοχ: «Διότι, με το να μας απαγορεύεται να φτιάξουμε μια εικόνα, συμβαίνει ταυτόχρονα κάτι πολύ κακό. Δηλαδή το ότι όσο περισσότερο το δέον μπορεί να διατυπωθεί μόνο ως αρνητικό, τόσο λιγότερο μπορούμε να το φανταστούμε. Τότε όμως, κι αυτό είναι μάλλον ακόμα πιο ανησυχητικό, αυτή η απαγόρευση συγκεκριμένης αναφοράς στην ουτοπία τείνει να αμαυρώνει την ίδια την ουτοπική συνείδηση και να καταπίνει εκείνο που είναι πράγματι κρίσιμο, δηλαδή την επιθυμία να είναι αλλιώς τα πράγματα«. Εδώ ο Αντόρνο συναντά τον Φουκώ, ο οποίος ισχυρίζεται, σε μια άλλη συνομιλία: «Κατά τη γνώμη μου, ο ρόλος του διανοουμένου σήμερα συνίσταται στο να καταστήσει την εικόνα της επανάστασης τόσο επιθυμητή όσο ήταν τον δέκατο ένατο αιώνα […]. Γι΄αυτόν τον σκοπό είναι αναγκαίο να εφευρεθούν νέοι τρόποι διαπροσωπικής επαφής, δηλαδή νέοι τρόποι γνώσης, νέοι τρόποι επιθυμίας και σεξουαλικής ζωής» (Foucault, 2003). Χρειάζεται επομένως κάποιο θάρρος για να αρθρώσεις, να σκιαγραφήσεις και να δώσεις στην κομμουνιστική επιθυμία ένα προσωρινό τεχνητό αντικείμενο, που με τη σειρά του θα γεννά μια κομμουνιστική επιθυμία. Εδώ παίζονται πολλά, διότι όσο λιγότερο οι άνθρωποι είναι σε θέση να κάνουν ό,τι θέλουν, τόσο λιγότερο θέλουν να θέλουν (να επιθυμούν κάτι σφόδρα).

Και πώς θα κάνουν οι άνθρωποι ό,τι θέλουν, αν δεν (θέλουν να) ξέρουν καν τι θέλουν; Εάν τα όρια του εφικτού ορίζουν κι αυτό που μπορείς να επιθυμήσεις, τότε ήδη αξίζει να επιθυμείς το επιθυμείν. Πρέπει να εφευρεθεί, πρέπει να γίνει αντικείμενο επιθυμίας. Να επιθυμείς την επιθυμία. Αυτή είναι η κομμουνιστική επιθυμία: επιτέλους η αθλιότητα να λάβει ένα τέλος.

θ

Ωστόσο τη δυνατότητα μιας κομμουνιστικής επιθυμίας δεν τη βαραίνει μόνο το τέλος της ιστορίας αλλά προπαντός το τέλος της επανάστασης. Όχι μόνο το 1989 αλλά ακόμα περισσότερο το 1939, το 1938, και τα επόμενα χρόνια ως το 1924 και το 1917. Άραγε, ύστερα από τις αποτυχημένες προσπάθειες του εικοστού αιώνα να γίνει πραγματικότητα η κομμουνιστική κοινωνία, μπορούμε ακόμα να απαντάμε δια της σιωπής στο ερώτημα πώς θα έπρεπε τέλος πάντων να είναι και πώς θα είναι ο κομμουνισμός; Μπορούμε να μιλάμε για τον κομμουνισμό εκκινώντας από την ψευδαίσθηση μιας άμεσης, αμόλυντης και αδιάφορης απέναντι στην ιστορία του μαρξισμού πρόσβασης σε κάποιο πρωταρχικό μαρξικό κείμενο, να μιλάμε γι΄αυτόν αγνοώντας την ιστορία και τις γενιές που μας χωρίζουν από το κείμενο του Μαρξ; Μπορεί να λέγεται σήμερα κομμουνίστρια όποια αρνείται από ντροπή να αναλάβει την ευθύνη για την κληρονομιά του σταλινισμού και για τα θύματά του; Αλλά στο ερώτημα για την εξασφάλιση απέναντι στους κινδύνους της επανάστασης, η εύκολη υπόσχεση ότι την επόμενη φορά τα πράγματα θα γίνουν πιο δημοκρατικά είναι εξίσου επιπόλαιη όσο και η δήθεν ριζοσπαστική απάντηση ότι δε μπορούμε, και μάλιστα ότι δεν επιτρέπεται, να κάνουμε δηλώσεις για το πώς θα είναι ο κομμουνισμός. Η απαγόρευση της εξεικόνισης, η οποία θέλει να εξαλείψει τη δυνατότητα να επαναληφθεί το παρόν μέσα στο όνειρο, μετατρέπεται σε ψέμα που συγκαλύπτει τη δυνατότητα να επαναληφθεί το παρελθόν στο όνειρο. Το αξίωμα ότι η ωραία εικόνα του πραγματικού κομμουνισμού δεν είναι ορατή γίνεται η νομιμοποίηση που χρειαζόμαστε για να μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις άσχημες εικόνες του λάθος κομμουνισμού. Λες κι η απάντηση στο ερώτημα γιατί ο κομμουνισμός του μέλλοντος δεν θα μοιάζει με τον κομμουνισμό του παρελθόντος εναπόκειται σε ένα βέβαιο ή αβέβαιο μέλλον και όχι στις ίδιες τις κομμουνίστριες.

Για όλο το βιβλίο της Bini Adamczak και για όσα 12χρονα ενδιαφέρονται να το διαβάσουν: εδώ.

About Trenaki TouTromou

Το Τρενάκι του Τρόμου διατελεί χρέωση ταμία, είναι υπεύθυνος για την τήρηση του οικονομικού πλάνου, την οικονομική εξόρμηση και την χαρτογράφηση των κυριακάτικων εξορμήσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος Τρωγλοδυτών. Ενίοτε ψήνει σουβλάκια και μοιράζει μπύρες Άλφα για δύο ευρώ. Στηρίζουμε Κ.Κ.Τ. http://www.youtube.com/watch?v=hkmhtgQ_Nl4