Η πιο παράξενη και ανεξήγητη μοίρα που μπορεί να βρει έναν άνθρωπο, το πιο αλλόκοτο τέλος, είναι να πάρει ξαφνικά φωτιά χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς φαινομενική αιτία. Το κύριο χαρακτηριστικό της αυτόματης καύσης ανθρώπων είναι η καταπληκτική ταχύτητα με την οποία ενσκύπτει. Πολλά από τα θύματα τα είχαν δει να ζουν μόλις λίγα λεπτά πριν ξεσπάσει η φωτιά, μια φωτιά από άγνωστη αιτία. Και πολλά περίεργα και ανατριχιαστικά περιστατικά τέτοιου φαινομένου θα αναφερθούν στις παρακάτω αράδες.

844666_c905_1024x2000

Από παλιά οι άνθρωποι πίστευαν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το ανθρώπινο σώμα μπορεί να αναφλεγεί μόνο του, από δική του αιτία. Οι φλόγες είναι τόσο δυνατές που μέσα σε λίγα λεπτά το θύμα μεταβάλλεται σε ένα σωρό από κάρβουνα και στάχτες. Αυτή η ιδέα ή πρόληψη για μερικούς, ίσχυε για πολλούς αιώνες, και είχε την έννοια της θείας τιμωρίας. Αυτή η γοτθική φρίκη ήταν πολύ δημοφιλής κατά τον 18ο και 19ο αιώνα και στη λογοτεχνία χρησιμοποιήθηκε διεξοδικά και στη λογοτεχνία του Τσαρλς Ντίκενς που ήταν προσωπικά γοητευμένος από το θέμα αυτό. Ο Ντίκενς είχε ασχοληθεί με την περίπτωση της αστραπιαίας καύσης ανθρώπου «όπως θα έκανε ένας Δικαστής» και γνώριζε τις πιο πολλές από τις πρώτες μαρτυρίες περιπτώσεων.

Αναλύοντας τις περιπτώσεις της αυτόματης καύσης στο βιβλίο του «Μυστηριώδεις φωτιές και φώτα», ο Βίνσεντ Γκάντις αναφέρει ότι ένα μεγάλο ποσοστό από τα θύματα είχαν μάλλον αποθαρρυνθεί από τη ζωή. «Μερικοί ήταν αλκοολικοί και ο αλκοολισμός είναι μια μορφή φυγής από την πραγματικότητα…Οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι με μειωμένες αντιδράσεις και ίσως κουρασμένοι απ’ τη ζωή. Μερικοί ήταν ανάπηροι ή πάμφτωχοι που αργοπέθαιναν σε γηροκομεία ή άσυλα, μερικοί ζούσαν μονότονα και χωρίς ενδιαφέρον. Ο Τσαρλς Φορτ και οι διάδοχοί του παρατήρησαν ότι υπήρχε ένας σημαντικός αριθμός «απελπισμένων» στα θύματα της αυτόματης ανάφλεξης. Στο βιβλίο του Μ. Χάρρισον «Φωτιά από τον ουρανό» αναφέρονται πολλά είδη αυτόματης καύσης, ένα από τα οποία περιλαμβάνει ανθρώπους σε κατάθλιψη, μοναχικούς, στερημένους, φοβισμένους και πικραμένους. Ο Χάρρισον αναρωτιέται αν τα αποθέματα φυσικής και ψυχικής ενέργειας απορρυθμίζονται ξαφνικά και μετατρέπονται σε θανάσιμη καύση, σαν μια «ψυχική αυτοκτονία». Η αυτοπυρπόληση, πάντως, είχε πάντα συμβολικό χαρακτήρα και χρησιμοποιήθηκε σαν πολιτική έκφραση.

300px-Human_Combustion

Υπόθεση Κορνέλια Μπάντι

Ο θάνατος της κοντέσας Κορνέλιας Μπάντι, 62 χρόνων, που έμενε κοντά στη Βερόνα της Ιταλίας, είναι ίσως μια από τις πρώτες αξιόπιστες περιπτώσεις ανθρώπινης αυτόματης ανάφλεξης. Σύμφωνα με μια αναφορά του Μπιανκίνι, έμμισθου κληρικού της Βερόνας, στις 4 Απριλίου 1731, η κοντέσα έπεσε στο κρεβάτι της μετά το δείπνο και κοιμήθηκε αφού κουβέντιασε με την υπηρέτριά της για αρκετές ώρες. Το πρωί η υπηρέτρια ήρθε στο δωμάτιο να την ξυπνήσει και τότε είδε ένα φρικιαστικό θέαμα. Όπως ανέφερε το Gentlemen’s Magazine: «Το πάτωμα ήταν πασαλειμμένο με ένα παχύ, κολλώδες υγρό που δεν έβγαινε εύκολα…και από το κάτω μέρος του παραθύρου έτρεχε ένα αηδιαστικό, λιπαρό, κιτρινωπό υγρό με μια παράξενη μυρωδιά.. Μικρά μόρια στάχτης αιωρούνταν στον αέρα και σκέπαζαν τα πάντα μέσα στο δωμάτιο, ενώ η μυρωδιά είχε περάσει και στα διπλανά δωμάτια. Το κρεβάτι δεν είχε πάθει τίποτα και τα σεντόνια ήταν ανοιχτά δείχνοντας ότι η κοντέσα είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Σε απόσταση 1,5 μ. απ’ το κρεβάτι ήταν ένας σωρός από στάχτες, δύο πόδια ανέπαφα φορώντας κάλτσες κι ανάμεσά τους το κεφάλι, τα μυαλά, το μισό του πίσω μέρους του κρανίου, ενώ το σαγόνι είχε γίνει στάχτη και ανάμεσα στις γνάθους βρέθηκαν δυο δάχτυλα μαυρισμένα. Όλα τα άλλα είχαν γίνει στάχτη που, όταν την άγγιζε κάποιος, άφηνε στο χέρι την ίδια υγρή και λιπαρή ουσία που μύριζε άσχημα».

shc2

Υπόθεση Ίρβιν Μπέντλεϋ

Ο Μπιανκίνι θα μπορούσε να είχε περιγράψει μερικές από τις σύγχρονες περιπτώσεις. Οι φιλότιμες έρευνες του Λάρρυ Ε. Άρνολντ έφεραν στο φως τη μοίρα του δρ Τζ. Ίρβιν Μπέντλεϋ, του 93 γιατρού από την Πενσυλβάνια. Ο εργάτης της εταιρίας αεριόφωτος Ντον Γκόσνελ ένα πρωινό στις 5 Δεκεμβρίου 1966, ανακάλυψε ό,τι είχε απομείνει από τον ηλικιωμένο γιατρό, όταν είδε ένα «γαλάζιο καπνό με παράξενη μυρωδιά». Η φωτιά ήταν τόσο δυνατή που είχε σχεδόν καταβροχθίσει το γέρο άνθρωπο. Ο Τζων Ντεκ, βοηθός του ανακριτή, είπε: «Το μόνο που βρήκα ήταν ένα κόκαλο από άρθρωση γονάτου πάνω σε ένα δοκάρι στο ισόγειο, ένα πόδι από το γόνατο και κάτω και σκορπισμένες στάχτες 2 μέτρα πιο κάτω». Και όμως, η φωτιά είχε σβήσει μυστηριωδώς. Οι πυροσβέστες πιστοποίησαν ότι υπήρχαν μερικά μισοκαμένα καρβουνάκια γύρω απ’ την τρύπα και σε απόσταση 30 εκατοστών που ήταν η μπανιέρα υπήρχαν μερικά ίχνη φωτιάς. Τα καψίματα στη μπανιέρα φαίνονταν ακόμα, όταν ο Άρνολντ έκανε την έρευνά του 8 χρόνια αργότερα.

staxtes1

Υπέθεσαν τότε ότι ο Μπέντλεϋ ήταν απρόσεχτος καπνιστής και ότι ξύπνησε ανακαλύπτοντας ότι είχε πάρει φωτιά, προσπάθησε να πάει στο μπάνιο για να πάρει νερό κι εκεί σωριάστηκε και πέθανε. Ο Άρνολντ στο ρεπορτάζ που έκανε πάνω στην περίπτωση στο περιοδικό «Αναζήτηση» το 1976, υποστήριξε ότι υπάρχουν μερικές ασυνέπειες στο θέμα αυτό, αν και είχε γίνει δεκτό από την τοπική εφημερίδα και τον ανακριτή. Η πίπα του Μπέντλεϋ ήταν «προσεχτικά τοποθετημένη» στη θήκη της δίπλα στην καρέκλα του – δε θα μπορούσε να την είχε βάλει εκεί αν είχε πάρει φωτιά. Έξι χρόνια νωρίτερα, είχε σπάσει το γοφό του και το αριστερό του πόδι δε μπορούσε να το κουνήσει, και γι΄αυτό περπατούσε με δυσκολία – το «δεκανίκι’ του φαίνεται πεσμένο μέσα από την τρύπα. Σαν γιατρός που ήταν θα έπρεπε να είχε σκεφτεί ότι ο μόνος τρόπος να γλιτώσει, μόλις είδε ότι τα ρούχα του είχαν πάρει φωτιά, θα ήταν να τα βγάλει επί τόπου. Το πιθανότερο είναι αυτό που συνέβη στον Μπέντλεϋ να έγινε αφού πήγε στο μπάνιο για κάποιο λόγο και ότι άρχισε να καίγεται πριν βγάλει τη ρόμπα του, που πήρε κι αυτή φωτιά στο μεταξύ – βρέθηκε μισοκαμένη μέσα στη μπανιέρα. Η αυτοψία ήταν τυπική, αλλά παρόλο που υπήρχαν τόσο λίγα στοιχεία – μόνο μισό πόδι και οι στάχτες δεν αναλύθηκαν ποτέ – ο ιατροδικαστής έβγαλε πόρισμα ότι ο δρ Μπέντλεϋ είχε πεθάνει από ασφυξία.

Τσαρλς Φορτ και συλλογή αφηγήσεων 

Χάρη στις προσπάθειες του Τσαρλς Φορτ, πρωτοπόρου συλλέκτη αφηγήσεων για παράξενα φαινόμενα και των λίγων ανθρώπων και περιοδικών που συνεχίζουν το έργο του, έχει συγκεντρωθεί σοβαρός αριθμός περιστατικών ανθρώπινης αυτόματης ανάφλεξης. Σε πολύ λίγα από τα περιστατικά αναφέρεται αστραπιαία καύση, γιατί επίσημα δεν υπάρχει τέτοιο φαινόμενο και οι ιατροδικαστές και οι σύμβουλοί τους έχουν αναπόφευκτα καθήκον να χρειάζονται απτές αποδείξεις και να μη θεωρούν αρκετά τα στοιχεία που αντιτίθενται στους παραδεκτούς φυσικούς νόμους και την ιατρική δεοντολογία. Μοιραία, διατυπώνονται υποθέσεις για αναποδογυρίσματα πάνω σε σόμπες, για σπίθες που πετάγονται, για απρόσεχτους καπνιστές και, στην περίπτωση παιδιών – θυμάτων, στο παίξιμο με τα σπίρτα. Αντιμετωπίζοντας τη μόνη εναλλακτική λύση – έναν εφιάλτη που βγήκε μέσα απ’ το Μεσαίωνα – καθόλου περίεργο δεν είναι που υποθέσεις σαν κι αυτές έγιναν αποδεκτές.

Υπάρχουν και μερικές σποραδικές εξαιρέσεις, που είναι πολύ πιο χρήσιμες γι’ αυτούς που πραγματικά θέλουν να λύσουν το αίνιγμα, όπως είναι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στα «Εβδομαδιαία Νέα του Λόυντ» στις 5 Φεβρουαρίου του 1905. Μια γυναίκα αποκοιμήθηκε δίπλα στο τζάκι, ξύπνησε μέσα στις φλόγες και αργότερα πέθανε. Ο ευσυνείδητος ιατροδικαστής είπε ό,τι δε μπόρεσε να εξηγήσει: η γυναίκα είχε αποκοιμηθεί με το πρόσωπο προς τη φωτιά, οπότε, άν είχε πεταχτεί κάποια σπίθα μέσα από τη σχάρα, θα είχε κάψει το εμπρός μέρος των ρούχων της πρώτα. Όμως τα σοβαρότερα εγκαύματα βρίσκονταν στην πλάτη της.

Ο Φορτ, στα «Άπαντα» του (1941) αναφέρει δύο πολύ παράξενες περιπτώσεις. Η πρώτη, από την εφημερίδα Daily News της 17ης Δεκεμβρίου 1904, περιγράφει πως η κα. Τόμας Κόχραν, από το Φώλκιρκ, βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρά της νεκρή, καμένη, μέχρι το σημείο να μην αναγνωρίζεται. Δεν είχε προλάβει να φωνάξει, τίποτε άλλο δεν είχε καεί, ούτε υπήρχε φωτιά στο τζάκι. Το απανθρακωμένο πτώμα της βρέθηκε καθισμένο σε μια πολυθρόνα με πολλά μαξιλάρια γύρω του. Η δεύτερη περίπτωση είναι από την εφημερίδα Madras Mail της 13ης Μαΐου 1907 και έχει σχέση με μια γυναίκα από το χωριό Μάννερ, κοντά στο Ντιναπόρ. Οι φλόγες είχαν κατακάψει το κορμί της, όχι όμως και τα ρούχα της! Δύο χωροφύλακες είχαν βρει το πτώμα της μέσα σ΄ένα δωμάτιο που τίποτε άλλο δεν έδειχνε ίχνη φωτιάς και το είχαν μεταφέρει στο δικαστήριο της περιοχής.

conway

Στο περιοδικό Lo! (1930), ο Φορτ περιγράφει τις περίεργες φωτιές που είχαν μαστίσει τη φάρμα Μπίνμπρουκ, κοντά στο Γκρίμπσμπυ, το χειμώνα του 1904-1905. Ένα περιστατικό αφορούσε μια νεαρή κοπέλα του υπηρετικού προσωπικού που καιγόταν χωρίς να το πάρει είδηση και θα υπήρχε άλλο ένα θύμα αν το αφεντικό της δεν έσπευδε να την ξυπνήσει από το ονειροπόλημά της (ή έκσταση). Σύμφωνα με μια τοπική εφημερίδα ο ιδιοκτήτης είπε: «Η υπηρέτριά μας σκούπιζε την κουζίνα. Στο τζάκι υπήρχε πολύ λίγη φωτιά – μπροστά υπήρχε μια προστατευτική σχάρα για να μη μπορεί κανείς να πλησιάσει περισσότερο από 0,60 εκατοστά κι αυτή βρισκόταν στην άλλη άκρη του δωματίου και ούτε είχε πάει κοντά πριν. Ξαφνικά μπαίνω μέσα στην κουζίνα και τι βλέπω; να συνεχίζει να σκουπίζει ενώ το φόρεμά της καιγόταν στο πίσω μέρος! Γύρισε και με κοίταξε και όταν της φώναξα – και βλέποντας τις φλόγες – έτρεξε στην πόρτα. Σκόνταψε κι εγώ έσβησα τη φωτιά πνίγοντάς την με βρεγμένα σακιά«. Η κοπέλα θα πρέπει να καιγόταν αρκετή ώρα, γιατί είχε «τρομερά εγκαύματα».

Μια άλλη περίπτωση ταυτόχρονης αστραπιαίας καύσης που κατέγραψε ο Φορτ είναι η περίπτωση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, των Κίλεϋ, που ζούσαν κοντά στο Σαουθάμπτον. Το πρωί της 26ης Φεβρουαρίου 1905, οι γείτονες άκουσαν ένα περίεργο τρίξιμο και πήγαν να δουν τι συνέβαινε. Μπήκαν στο σπίτι και το βρήκαν μέσα στις φλόγες. Ο Κίλεϋ βρέθηκε καμένος και νεκρός στο πάτωμα. Η κα. Κίλεϋ, επίσης καμένη και νεκρή, καθισμένη σε μια πολυθρόνα στο ίδιο δωμάτιο, «τελείως απανθρακωμένη αλλά αναγνωρίσιμη«. Και τα δυο πτώματα φορούσαν όλα τους τα ρούχα, «κρίνοντας από το είδος των ρούχων αυτών, που έδειχναν ότι είχαν καεί πριν πάνε για ύπνο…το μυστήριο ήταν ότι τα δύο αυτά πρόσωπα, που κανένα τους δεν είχε ζητήσει βοήθεια, δεν είχαν κοιμηθεί με την κυριολεκτική έννοια του όρου – θα πρέπει να κάηκαν και να πέθαναν από μια φωτιά που δεν είχε εξαπλωθεί στο σπίτι παρά πριν από πολλές ώρες«.

staxtes2

Υπόθεση Βιλελμίνα Ντιούαρ

Το χειρότερο είναι ότι η ιστορία δε γίνεται παραδεκτή από φόβο ή δυσπιστία, όπως στην περίπτωση της ηλικιωμένης γεροντοκόρης Βιλελμίνας Ντιούαρ, που κάηκε γύρω στα μεσάνυχτα της 22 Μαρτίου 1908, στην πόλη Νόρθουμπερλαντ. Η Βιλελμίνα βρέθηκε από την αδερφή της Μάργκαρετ που, αν και είχε πάθει τρομερό σοκ, κατάφερε να ειδοποιήσει τους γείτονες. Βρήκαν το απανθρακωμένο πτώμα της Βιλελμίνας σε ένα κρεβάτι του επάνω πατώματος. Τα σεντόνια και τα σκεπάσματα δεν είχαν καεί και δεν υπήρχαν ίχνη φωτιάς σε άλλο μέρος του σπιτιού. Όταν η Μάργκαρετ διηγήθηκε την ιστορία στον ανακριτή, εκείνος τη θεώρησε βλακώδη και της ζήτησε να ξανασκεφτεί. Επανειλημμένα έλεγε πως η ιστορία ήταν αληθινή και δε μπορούσε να την αλλάξει – ακόμα κι όταν ένας αστυφύλακας κατέθεσε ότι η Μάργκαρετ ήταν τόσο μεθυσμένη που δεν ήξερε τι έλεγε. Όπως τονίζει ο Φορτ, ο αστυφύλακας «δε ρωτήθηκε πώς μπόρεσε να ξεχωρίσει τα σημάδια της έξαψης και της φρίκης από τα σημάδια της μέθης. Ο ανακριτής διέκοψε την ανάκριση για να της δώσει περισσότερο χρόνο να σκεφτεί». Όταν η ανάκριση συνεχίστηκε ύστερα από μερικές ημέρες και έπειτα από πολλές πιέσεις, η Μάργκαρετ άλλαξε την κατάθεσή της και η υπόθεση έκλεισε. Το δικαστήριο δεν ενδιαφέρθηκε να ερευνηθεί περαιτέρω, και όπως γράφει ο Φορτ σαρκαστικά «αλλά ο ανακριτής ικανοποιήθηκε».

enapodikomple

Υπόθεση Ζαν Μίλλετ

Η ιδέα της αστραπιαίας καύσης ανθρώπων διατηρήθηκε ζωντανή εξαιτίας του ιατροδικαστικού ενδιαφέροντος που είχε και πολλοί παθολόγοι υποστήριξαν το φαινόμενο αντί να το απορρίψουν, ευνοώντας έτσι την «υπερφυσική ευφλεκτότητα». Ακόμα, υπήρχε πάντοτε ο φόβος να μιμηθεί ένας δολοφόνος μια αστραπιαία καύση για να κρύψει το έγκλημά του. Μια από τις παλιότερες χρονικά περιπτώσεις συνέβη στο Ρέιμς, το 1725, όταν ένας ταβερνιάρης, ο Ζαν Μίλλετ, κατηγορήθηκε ότι είχε συνδεθεί ερωτικά με μια όμορφη σερβιτόρα και ότι σκότωσε τη γυναίκα του. Η γυναίκα του, που μεθούσε συχνά, βρέθηκε ένα πρωί σε απόσταση 30 εκατοστών από το τζάκι. «Ένα μέρος του κεφαλιού της μόνο, μαζί με ένα μέρος από τα κάτω άκρα και μερικοί σπόνδυλοι είχαν σωθεί από το κάψιμο. Κάτω από το σώμα, περίπου 45 εκατοστά από το πάτωμα είχαν καεί, αλλά η σκάφη του ζυμώματος και ο κάδος με το αλεύρι, που ήταν κοντά στο σώμα, δεν έπαθαν τίποτε». Ένας νεαρός ιατρικός βοηθός εν ονόματι Λε Κατ, έμενε στο πανδοχείο και κατόρθωσε να πείσει το δικαστήριο ότι δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο θάνατο από φωτιά, αλλά για μια «επίσκεψη του θεού» προς τη μεθυσμένη γυναίκα, και αυτό ήταν το αποτέλεσμα ενός ανθρώπου που γεμίζει τα σωθικά του με οινόπνευμα. Ο Μίλλετ αθωώθηκε και ο Λε Κατ συνέχισε την εκπαίδευσή του όπου και διακρίθηκε και έγραψε μια μελέτη πάνω στην αυτόματη ανάφλεξη ανθρώπων.

Η αστραπιαία καύση ανθρώπου δέχτηκε τις πιο σοβαρές κριτικές από τον μεγάλο πρωτοπόρο χημικό βαρόνο Γιούστους φον Λίμπιχ, που έγραψε μια εμπνευσμένη αναφορά που αντέκρουσε τόσο την αστραπιαία όσο και την υπερφυσική καύση, με το επιχείρημα ότι κανείς δεν την είχε δει να συμβαίνει. Σαν επιστήμονας είδε τις ιστορικές μαρτυρίες σαν μια αστήριχτη καταγραφή της «πίστης στην αστραπιαία καύση», παρά σαν πραγματική απόδειξη θανάτων από το φαινόμενο αυτό. Επιπλέον, τόνισε την έλλειψη αξιόπιστων μαρτύρων και απέρριψε τα περιστατικά αυτά γιατί «προέρχονταν από αμόφωτους ανθρώπους, που δεν είχαν καθόλου παρατηρητικότητα και έφεραν τη σφραγίδα της έλλειψης εμπιστοσύνης».

8739

Βαρόνος Γιούστους φον Λίμπιχ.

Υπόθεση Θωρς

Παρά τους ισχυρισμούς του Λίμπιχ, υπάρχουν πολλές μαρτυρίες τόσο από ιατρικής πλευράς, όσο και από πλευράς αστυνομίας. Πολλές από αυτές φανερώνουν την αγριότητα του φαινομένου, όπως στην περίπτωση που ερευνήθηκε από τον Μέριλ, έναν χειρούργο στην πόλη Καέν. Στις 3 Ιουνίου 1782, ο Μέριλ διατάχτηκε από τους «αξιωματικούς του βασιλιά» να κάνει μια έκθεση πάνω στις συνθήκες θανάτου της δεσποινίδας Θωρς, μιας γυναίκας πάνω από 60 ετών που είχε θεαθεί, την ημέρα εκείνη, να πίνει τρία μπουκάλια κρασί και μια μπουκάλα κονιάκ. Ο Μέριλ έγραφε: «Το πτώμα ήταν πεσμένο με το πάνω μέρος του κρανίου ακουμπισμένο πάνω σε μια σιδερένια μασιά, σε απόσταση 45 εκατοστών από τη φωτιά, το υπόλοιπο σώμα ήταν τοποθετημένο λοξά μπροστά στο τζάκι και αποτελείτο μόνο από ένα σωρό στάχτες. Ακόμα και τα πιο χοντρά κόκαλα είχαν χάσει το σχήμα και την υπόστασή τους. Το δεξί πόδι βρέθηκε ολόκληρο και καμένο στην επάνω άρθρωσή του’ το αριστερό ήταν περισσότερο καμένο. Η μέρα ήταν κρύα αλλά στη σχάρα του τζακιού δε βρέθηκε τίποτε εκτός από δύο ή τρία κομματάκια ξύλου με διάμετρο τρία εκατοστά που είχαν καεί στη μέση».

Δύο περίεργες απόπειρες αυτοκτονίας

Υπάρχουν, ακόμα, δύο περιπτώσεις αστραπιαίας καύσης που συμπίπτουν με απόπειρες αυτοκτονίας, κάτι που μπερδεύει τα πράγματα ακόμα περισσότερο, εκτός αν τις θεωρήσει κανείς «ψυχικές αυτοκτονίες», σύμφωνα με τις οποίες τα θύματα αναφλέγονται επειδή δε θέλουν πια να ζήσουν…Στις 13 Δεκεμβρίου 1959, ο 27χρονος Μπίλι Πήτερσον από την πόλη Πόντιακ, του Μίτσιγκαν, είπε αντίο στη μητέρα του και κλείστηκε στο γκαράζ, όπου συνέδεσε ένα σωλήνα στην εξάτμιση και τον άφησε μέσα στο αυτοκίνητο. Είχαν περάσει μόλις 40 λεπτά από τότε που ο Μπίλι άφησε τη μητέρα του, όταν ένας περαστικός ταξιτζής είδε καπνό και σταμάτησε να δει τι συμβαίνει. Μέσα στο αυτοκίνητο ο Μπίλι ήταν νεκρός από το μονοξείδιο του άνθρακα που είχε εισπνεύσει, αλλά εκείνο που προβλημάτισε τους παθολόγους, ήταν η κατάσταση του σώματός του. Η πλάτη του, τα χέρια και τα πόδια του είχαν εγκαύματα τρίτου βαθμού και μερικά σημεία είχαν απανθρακωθεί. Παρ’ όλ’ αυτά, τα ρούχα και τα εσώρουχά του ήταν σχεδόν άθικτα.

ptwma_rouxakomple

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1952, ο Γκλεν Ντέννυ, 46 χρόνων, εργάτης σε χυτήριο μετάλλων  στη Λουιζιάνα, έκοψε τις αρτηρίες στους καρπούς και στους αστραγάλους του, αλλά πέθανε από εισπνοή καπνού. Όταν τον βρήκαν, ήταν «μια μάζα από φλόγες», ενώ τίποτε άλλο δεν καιγόταν στο δωμάτιο. Ο ιατροδικαστής υπέθεσε ότι είχε περιβρεχτεί με φωτιστικό πετρέλαιο και μετά είχε ανάψει σπίρτο, αν και δεν βρέθηκε κανένα δοχείο κοντά του. Δεν εξήγησε όμως πώς θα μπορούσε να ανάψει σπίρτο με κομμένες τις αρτηρίες και το αίμα του να αναβλύζει κατά 4 % του όγκου του σώματός του, ανά δευτερόλεπτο.. Ο ερευνητής Όττο Μπούρμα, έγραψε: «Δε χωράει αμφιβολία ότι ο Ντέννυ πραγματικά προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Κατά τη διάρκεια όμως αυτής του της προσπάθειας, το σώμα του πήρε φωτιά από κάποια άγνωστη αιτία«.

Γενικά χαρακτηριστικά του φαινομένου

Ο καθηγητής Ουίλτον Κρόγκμαν, που μελέτησε μια ονομαστή περίπτωση αυτόματης ανάφλεξης ανθρώπου και πειραματίστηκε με εξαρτήματα κρεματορίου, είπε: «Μόνο σε θερμοκρασία πάνω από 1.500 βαθμών Κελσίου έχω δει τα οστά να λιώνουν και να ρευστοποιούνται, να αποκτούν πτηκτικότητα«. Μια τέτοια θερμοκρασία θα έπρεπε να είχε απανθρακώσει τα πάντα σε μια ορισμένη ακτίνα και να είχε βάλει φωτιά σ΄όλο το σπίτι, αλλά ο σχολαστικός Μέριλ γράφει: «Κανένα από τα έπιπλα του σπιτιού δεν είχε καταστραφεί. Η καρέκλα που καθόταν βρέθηκε σε απόσταση 40 εκατοστών από αυτήν, εντελώς άθικτη…η καύση του σώματος είχε συμβεί το λιγότερο πριν από 7 ώρες, κι απ’ ότι τουλάχιστον φαινόταν, τίποτ΄ άλλο γύρω από το σώμα δεν είχε καεί, εκτός από τα ρούχα«. Ένα γενικό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις είναι η τρομερή ένταση της θερμότητας που αναπτύσσεται. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες το ανθρώπινο σώμα δεν καίγεται τόσο εύκολα, ειδικά όσο είναι ακόμα ζωντανό, και όσοι πεθαίνουν από φωτιά παρουσιάζουν μερική ή και επιφανειακή καύση του σώματός τους. Για να μείνει μόνο ένας σωρός από αποτεφρωμένες στάχτες, συμφωνούν οι ειδικοί, χρειάζεται έντονη καύση που θα πρέπει να τροφοδοτείται εξωτερικά επί ώρες. Ακόμα και στα κρεματόρια αναγκάζονται να αλέθουν τα οστά που μένουν μετά την καύση.

jpeg

Μερικοί συγγραφείς συμπεραίνουν ότι η φωτιά φουντώνει με μεγάλη ταχύτητα, επειδή τα θύματα βρίσκονται σε στάση ηρεμίας, σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα είναι αυτό που αναφέρεται στο άρθρο του Ρ. Ουίλλις στο περιοδικό Journal 8 (1972). Το 1960, βρέθηκαν πέντε απανθρακωμένα πτώματα μέσα σε ένα καμένο αυτοκίνητο στο Πάικβιλ του Κεντάκυ. Ο ιατροδικαστής είπε: «Κάθονταν σαν να είχαν μόλις μπει μέσα στο αυτοκίνητο. Θα έλεγε κανείς πως θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο σημάδι προσπάθειας να ξεφύγουν από τη φωτιά. Κι όμως δεν υπήρχε«. Μερικοί χρονικογράφοι δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο ότι τα θύματα σπάνια φωνάζουν ή προσπαθούν να σωθούν. «Μέσα στην αποτρόπαια υποταγή τους», γράφει ο Φορτ, «μοιάζουν σαν να τους νανούρισε μια νυχτερίδα – βαμπίρ με τα φτερά της». Συμβαίνει κάτι παραπάνω από μια ζάλη από τη μέθη τους ή τους καπνούς – κάποιο ψυχολογικό φαινόμενο προηγείται ή ακολουθεί το κάψιμο και έτσι εξηγείται η έλλειψη προσπάθειας να ξεφύγουν από τη φωτιά. Ένα τέτοιο παράδειγμα περιγράφεται στην εφημερίδα Hull Daily Mail της 6ης Ιανουαρίου 1905, όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα, η Ελίζαμπεθ Κλαρκ, βρέθηκε ένα πρωινό στο κρεβάτι της με σοβαρά εγκαύματα στο Τρίνιτυ Αλμσχάους του Χαλ, ενώ το κρεβάτι της δεν είχε πειραχτεί από τη φωτιά. Δεν είχε φωνάξει ζητώντας βοήθεια, ούτε ακούστηκε να προσπαθεί να σωθεί, αν και τα χωρίσματα των τοίχων ήταν πολύ λεπτά. Σε λίγο πέθανε χωρίς να μπορέσει να δώσει μια περιγραφή αυτού που της είχε συμβεί. Φυσικά αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι αρχές – κι αυτό δεν συμβαίνει για πρώτη φορά – απλώς δεν πίστεψαν αυτά που ίσως τους είχε διηγηθεί.

Μαρτυρίες γιατρών και διστακτική παραδοχή

Το 1841 το περιοδικό British Medical Journal δημοσίευσε ένα λόγο του δρ. Φ. Σ. Ρέυνολντς που έβγαλε στην Παθολογική Εταιρία του Μάντσεστερ με θέμα την αστραπιαία καύση. Αν και δεν παραδέχτηκε την «αυτόματη» καύση, ομολόγησε ότι μερικές περιπτώσεις τον έφεραν σε αμηχανία και ανέφερε ένα περιστατικό μιας γυναίκας 40 ετών που έπεσε κοντά στο τζάκι. Την βρήκαν το επόμενο πρωί ενώ καιγόταν ακόμα. Αυτό που τον άφησε έκπληκτο ήταν τα πόδια της: μέσα από τις ανέπαφες κάλτσες της οι μηροί της είχαν απανθρακωθεί και οι αρθρώσεις των γονάτων της είχαν ανοίξει.

Οι ερευνητές της αστραπιαίας καύσης ανθρώπου αντικρούουν την ιδέα ότι το φαινόμενο είναι τόσο σπάνιο, όσο το παρουσιάζουν ορισμένοι σχολιαστές. Επίσης, συνεχώς υπάρχουν ολοένα και περισσότερες υποθέσεις που πιστοποιούνται από γιατρούς, και αυτός ο αριθμός θα αυξανόταν ασφαλώς αν δεν υπήρχε ο φόβος της γελοιοποίησης. Ο δρ Β. Χ. Χάρτγουελ ανέφερε στον Ιατροδικαστικό Οργανισμό της Μασσαχουσέττης μια ασυνήθιστη περίπτωση αστραπιαίας καύσης που είδε, καθώς οδηγούσε το αυτοκίνητό του στο Άυερ της Μασσαχουσέττης στις 12 Μαΐου 1890. Τον σταμάτησαν και τον φώναξαν μέσα στο δάσος όπου αντίκρισε ένα φριχτό θέαμα. Σε ένα ξέφωτο μια γυναίκα καιγόταν «με φλόγες στους ώμους, στην κοιλιά και στα δύο πόδια..«. Ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι μάρτυρες μπορούσαν να βρουν μια φανερή αιτία που είχε προκαλέσει τη φωτιά.

_158853_combustion_300

Η εμπειρία του γιατρού δεν είναι μοναδική. Τα στοιχεία που στηρίζουν την υποψία ότι πολλοί γιατροί θα είχαν να αναφέρουν μια δική τους εμπειρία, με κάποια μυστηριώδη και μοιραία φωτιά, προήλθαν από έναν συμπτωματικό και πλάγιο τρόπο. Διαλέξεις του Ιατροδικαστικού Οργανισμού της Μασσαχουσέττης περί το 1960, καλούσαν γιατρούς να συζητήσουν παρόμοια περιστατικά. Για παράδειγμα, όταν ο δρ. Ν.Τ. Τζη, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Λήντς της Βρετανίας, εκφώνησε τη γνωστή διατριβή του με θέμα «Μια περίπτωση αστραπιαίας καύσης», έμεινε κατάπληκτος όταν η συζήτηση που επακολούθησε ήταν τόσο αμερόληπτη.

About Trenaki TouTromou

Το Τρενάκι του Τρόμου διατελεί χρέωση ταμία, είναι υπεύθυνος για την τήρηση του οικονομικού πλάνου, την οικονομική εξόρμηση και την χαρτογράφηση των κυριακάτικων εξορμήσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος Τρωγλοδυτών. Ενίοτε ψήνει σουβλάκια και μοιράζει μπύρες Άλφα για δύο ευρώ.
Στηρίζουμε Κ.Κ.Τ.
http://www.youtube.com/watch?v=hkmhtgQ_Nl4