creepy_forest_by_FisHgRiNd

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ, ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ http://www.troglodytes.co/2013/08/creepy-pasta-part-1.html

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ http://www.troglodytes.co/2013/08/creepy-pasta-part-2.html

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ http://www.troglodytes.co/2013/08/creepy-pasta-part-3.html

Ξύπνησα σε ένα παράξενο μέρος. Μήπως ονειρεύομαι? Μάλλον. Υπάρχουν δέντρα γύρω μου. Χορτάρι. Ουρανός. Δεν βρίσκομαι στη φυλακή μου! Αποκλείεται να είναι αληθινό αυτό το μέρος! Κι όμως είναι. Είναι αληθινό!

Τρέχω. Την αναζητώ. Η φωνή μου το είχε υποσχεθεί. Κάπου εδώ πρέπει να βρίσκεται. Έχει αρχίσει και μου αρέσει αυτό το μέρος. Αλλά γρήγορα συνειδητοποιώ ότι είναι κι αυτό μια φυλακή. Απλά αρκετά μεγαλύτερη. Υπάρχουν πανύψηλοι λευκοί φράκτες γύρω από την περιοχή, σίγουρα πάνω από 5 μέτρα. Αλλά αυτό θα πρέπει να με απασχολήσει αφού πρώτα την βρω. Το μόνο που με νοιάζει τώρα είναι να την βρω. Τα δέντρα είναι πανέμορφα. Όλα είναι όμορφα. Αλλά εγώ χρειάζομαι εκείνη.

Επιτέλους, την ακούω. Φωνάζει χαρούμενη και τρέχει προς το μέρος μου. Αγκαλιαζόμαστε και κλαίμε καθώς φιλιόμαστε με πάθος. Είμαι ευτυχισμένος. Χαίρομαι που με άφησαν να είμαι μαζί της πάλι. Νιώθω ξανά ολοκληρωμένος και μπορώ επιτέλους να ηρεμίσω. Αποφασίζουμε να εξερευνήσουμε το καινούριο μας σπίτι.

Περιφερόμαστε για ώρες. Όποιοι κι αν είναι αυτοί που μας κρατάνε, έκαναν φοβερή δουλειά. Υπάρχει ένα ποτάμι που περνάει από το κέντρο της περιφραγμένης περιοχής. Υπάρχει μια τεράστια ιπτάμενη συσκευή που μόλις την πλησιάζομε μας προσφέρει πεντανόστιμο φαγητό και ύστερα χάνεται πετώντας πάνω από τον φράκτη. Είναι απίστευτο. Γεμίζουμε τα στομάχια μας μέχρι να χορτάσουμε τελείως. Είμαστε ευτυχισμένοι. Αλλά και πάλι… υπάρχει κάτι που υπενθυμίζει ότι είμαστε ακόμα φυλακισμένοι. Αυτοί οι πανύψηλοι τοίχοι. Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι, να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε και που είμαστε, πρέπει να περάσουμε τον φράκτη. Οπότε τώρα πρέπει να σκεφτούμε κάποιο σχέδιο.

Οι μέρες περνάνε. Απολαμβάνουμε τον ιδιωτικό μας παράδεισο, ενώ με μυστικότητα προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να ξεφύγουμε. Η φωνή από τον αεραγωγό δεν μας έχει μιλήσει από τότε που ήρθαμε εδώ. Αλλά ξέρω ότι μας παρακολουθεί. Το νιώθω κάθε δευτερόλεπτο που περνάει.

Μια μέρα βρήκαμε κάτι αρκετά ενδιαφέρον. Μόλις εκείνη το ανακάλυψε έδειξε ενθουσιασμένη. ‘‘Κοίτα! Κοίτα!’’, μου ψιθύρισε. Ήταν ένα δέντρο, σαν όλα τα άλλα. Αυτό ωστόσο ήταν επικίνδυνα κοντά στον φράκτη και αρκετά ψηλό ώστε αν το σκαρφαλώναμε θα περνούσαμε από την άλλη μεριά. Αυτή είναι έξοδος μας. Πρέπει να προσέχουμε όμως. Της λέω ότι πρέπει να περιμένουμε. Αν δράσουμε χωρίς να σκεφτούμε θα τα καταστρέψουμε όλα. Το καταλαβαίνει κι εκείνη, αν και η ιδέα της αναμονής δεν της πολυαρέσει. Της λέω να περιμένουμε άλλη μια μέρα. Το ξέρω ότι μας παρακολουθούν. Περιμένουν να κάνουμε μια λάθος κίνηση ώστε να μας τιμωρήσουν. Να μας χωρίσουν και να μας βάλουν σε εκείνα τα μικρά άσπρα δωμάτια. ΔΕΝ πρόκειται να το επιτρέψω αυτό. Δεν έχω άλλη επιλογή.

Αργά εκείνο το βράδυ, ακούω τη φωνή ξανά. Είμαι ξύπνιος αλλά μου μιλάει ψιθυριστά. Κοιτάζω γύρω μου αλλά δεν βλέπω τίποτα. Η φωνή είναι παντού και πουθενά. Μήπως είναι μέσα στο κεφάλι μου? Την φαντάζομαι? Δεν ξέρω. Δεν σκοπεύω να ρισκάρω για το αν είναι η φαντασία μου ή όχι, γι αυτό και απαντάω. ‘‘Τι θέλεις? Θα μας πεις που βρισκόμαστε?’’. Αγνοεί όλες μου τις ερωτήσεις. Δεν εκπλήσσομαι. Μου μιλάει. Με προειδοποιεί. Ξέρει για το σχέδιο μας. Ήμουν σίγουρος. Δεν έχουμε μυστικά από αυτούς. Μας παρακολουθούν συνέχεια και βρίσκονται παντού.

‘‘Αυτό που έχετε στο μυαλό σας ξεχάστε το’’, μου λέει. ‘‘Απολαύστε το καινούριο σας σπίτι’’.

‘‘ΦΥΛΑΚΗ!’’, τον διορθώνω. ‘‘Είναι μια γαμημένη φυλακή. Το μόνο που ήθελα από τη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου εκείνη τη μέρα ήταν η αλήθεια και δεν μου την είπες ποτέ. Είσαι άρρωστος. Είμαι φυλακισμένος εδώ για μήνες, ΧΡΟΝΙΑ! ΑΠΛΑ ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ!’’. Η φωνή είχε χαθεί.

Περπατάω πάνω κάτω και σκέφτομαι. Έφτασε η μέρα που θα φύγουμε από εδώ. Οτιδήποτε υπάρχει πίσω από τον φράκτη, ξέρω ότι θα είναι καλύτερο από αυτό που έχουμε τώρα. Η ελευθερία βρίσκεται πίσω από τον φράκτη.

Ο ήλιος ανατέλλει κι εγώ γυρίζω πίσω. Σίγουρα θα την βρω ξύπνια. Μόλις έφτασα εκεί που κοιμόμασταν βλέπω ότι λείπει. Ποτέ δεν φεύγει έτσι. Πού είναι? Ωχ… Έχει ξεκινήσει ήδη! Άκουσε κι εκείνη τη φωνή το βράδυ?

Τρέχω προς το δέντρο. Ξέρω ότι θα την βρω εκεί. Φτάνω και την βλέπω να έχει σκαρφαλώσει ήδη στη μέση του δέντρου. ‘‘ΠΕΡΙΜΕΝΕ!’’, της φωνάζω. Με κοιτάζει και χαμογελάει. Μου γνέθει να την ακολουθήσω. Είμαι φοβισμένος αλλά δεν μπορώ να κάθομαι έτσι. Πρέπει να σηκώσω ανάστημα σε όλους αυτούς τους τύπους, τους μπάσταρδους. Πηγαίνω κι εγώ.

Γρήγορα σκαρφαλώσαμε αρκετά ψηλά. Και συνεχίζουμε ώσπου ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ φτάνουμε στην κορυφή. Πιάνεται από το ψηλότερο κλαδί και πατάω πάνω στον φράκτη. Κοιτάζω το πρόσωπό της και βλέπω να σχηματίζεται μια απερίγραπτη ευτυχία. Τα κατάφερε. Το ξέρει. Ότι κι αν βλέπει από εκεί που στέκεται, ξέρει πως είναι η ελευθερία. Μου χαμογελάει με μια παιδική περιέργεια στα μάτια. Χωρίς να περιμένει άλλο σκύβει προς το μέρος μου, με φιλάει και περνάει το ένα πόδι της στην άλλη μεριά του φράκτη.

ΓΑΜΩΤΟ! Την ακούω να πηδάει από την κορυφή και να πέφτει στην άλλη μεριά. Ουρλιάζει από πόνο καθώς το κορμί της πέφτει στο έδαφος. Μακάρι να είναι καλά. Ας μην της έχει συμβεί κάτι! Αμέσως κι εγώ περνάω το πόδι στην άλλη μεριά και πηδάω.

Η πτώση ήταν και για μένα δύσκολη. Μόλις προσγειώθηκα ο πόνος που ένιωσα ξεπερνούσε ακόμα και αυτόν από τα σημάδια στο σώμα μου. Δε νομίζω όμως να έχω σπάσει τίποτα. Αλλά ακόμα κι αν έχω σπάσει, πιο πολύ με ανησυχεί να δω πως είναι εκείνη. Κλαίει κρατώντας το πόδι της. Το εξετάζω αλλά φαίνεται εντάξει. Κάτι έχει αλλάξει πάνω της. Ίσως φταίει η γωνία που κάνει το φως, ή η πτώση της, αλλά το δέρμα της μοιάζει πιο τραχύ. Είναι βρώμικη, κι εγώ το ίδιο. Σηκώνομαι όρθιος και κοιτάζω γύρω μου.

Υπάρχει παντού λάσπη. Είμαστε χτυπημένοι και φοβισμένοι. Αλλά τουλάχιστον είμαστε ελεύθεροι. Κοιτάζω τον τοίχο που σκαρφαλώσαμε, περήφανος για το κατόρθωμα μας. Και τότε ακούω κάτι. Λίγο πιο πέρα από εμάς υπάρχει ένα κτίριο. Ένα ψηλό, μακρόστενο κτίριο με μια μεταλλική πόρτα που μόλις άνοιξε.

Πλησιάζουμε με προσοχή. Ο πόνος στα πόδια με πεθαίνει, αλλά πρέπει να μάθω τι είναι αυτό που βλέπουμε. Καθώς πλησιάζουμε ακούγεται από το κτίριο ένας πολύ δυνατός θόρυβος που μας κάνει να σταματήσουμε εκεί που είμαστε. Από την πόρτα αρχίζουν και βγαίνουν… κάποιοι. Είναι τουλάχιστον 20. Δεν μοιάζουν με εμάς όμως. Είναι ψηλότεροι. Πιο αδύνατοι. Φοράνε ρούχα και το χρώμα του δέρματος τους είναι πιο ανοιχτό από το δικό μας, ενώ τα άκρα τους φαίνονται αρκετά μακριά. Είναι σαν εμάς, χωρίς αμφιβολία, αλλά κάπως διαφορετικοί. Ο ένας από αυτούς μας πλησιάζει.

Φτάνει περίπου σε μια απόσταση 3 μέτρων από εμάς. Μας κοιτάζει αρκετά έντονα. Τον κοιτάζουμε κι εμείς. Ξεκίνησε να μιλάει κι αμέσως αναγνώρισα τη φωνή του. Αυτός ο τύπος που βλέπω μπροστά μου, είναι ο τύπος από τον αεραγωγό. Είναι η φωνή που με βασάνιζε και με κρατούσε κλειδωμένο όλο αυτόν τον καιρό. Ο μοναδικός φίλος και εχθρός ταυτόχρονα.

‘‘Τι έχετε κάνει?’’, μας ρώτησε. Δεν μπορώ να διακρίνω από τα μεγάλα μαύρα μάτια του αν είναι θυμωμένος ή στεναχωρημένος. ‘‘Καταστρέψατε όλα όσα φτιάξαμε για εσάς’’.

‘‘ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ!’’, του φώναξα. ‘‘Δεν είμαστε σκλάβοι σου πλέον!’’. Μας κοίταξε σιωπηλά για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα γύρισε προς τους δικούς του, μέσα στο κτίριο. Άφησε έναν βαρύ αναστεναγμό και ξαναγύρισε προς τα εμάς.

‘‘Το ξέραμε ότι ήταν θέμα χρόνου. Από εδώ και πέρα είστε μόνοι σας. Φοβάμαι ότι, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να μάθετε’’.

Δεν ξέρω τι να πω. Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνω. Δεν με ενδιαφέρει καν. Απλώς τον κοιτάζω κρατώντας την αγαπημένη μου. Το μόνο που ξέρω είναι πως δεν πρόκειται να κάνω πίσω.

Γυρίζει πίσω στο κτίριο και η πόρτα κλείνει. Τότε, εντελώς ξαφνικά και απροσδόκητα ολόκληρο το κτίριο σηκώνεται στον αέρα. Σε μια στιγμή ο φράκτης κι ότι περίκλειε εξαφανίστηκαν χωρίς κανένα ίχνος. Το ιπτάμενο κτίριο συνέχισε να ανεβαίνει και να ανεβαίνει στον αέρα ώσπου χάθηκε από τα μάτια μας. Επιτέλους, είμαστε μόνοι.

Μαζί, ξεκινάμε να εξερευνούμε την περιοχή για να βρούμε απαντήσεις. Νιώθω ότι πεινάω και για πρώτη φορά από τότε που θυμάμαι, δεν έχω φαγητό. Δεν υπάρχει δίσκος, δεν υπάρχει ιπτάμενη συσκευή. Υπάρχω μόνο εγώ, αυτή και ο κόσμος.

Τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά αυτά τα 2 χρόνια. Ήμασταν τόσο πολύ στα χαμένα όταν μας άφησαν και έφυγαν, που μισώ τον εαυτό γι αυτό που θα πω, αλλά θα ήθελα να ξαναγυρίσουν. Θέλω να ξανακούσω εκείνη τη φωνή, να έχω το φαγητό μου, να είμαι καθαρός. Το φαϊ που τρώμε τώρα είναι χάλια. Η ζωή μας είναι χάλια. Πλέον είμαστε βρώμικοι. Χτυπάμε και τραυματιζόμαστε. Πρέπει να καθαρίζουμε και να φροντίζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας. Από τότε που μας άφησαν, συνειδητοποιήσαμε πόσο πολύ τους είχαμε ανάγκη.

Κάνει πολύ κρύο. Πρέπει να σκοτώνουμε ζώα και να φοράμε το δέρμα τους για να ζεσταθούμε. Νιώθουμε αβοήθητοι. Μισούμε αυτό που έχουμε γίνει. Μερικές φορές μένω ξύπνιος τα βράδια και προσπαθώ να θυμηθώ εκείνη τη φωνή. Προσπαθώ να του μιλήσω και ελπίζω πως θα μου απαντήσει. Αλλά δεν απαντάει ποτέ. Όποιοι κι αν ήταν έχουν χαθεί. Πλέον είμαστε εγώ και η Εύα. Όπως όταν βρεθήκαμε την πρώτη φορά, ξέρω πως ό,τι κι αν έχει συμβεί, είμαστε μαζί. Και αυτή η σκέψη με βοηθάει να συνεχίσω κάποιες φορές.

Η Εύα είναι έγκυος, γι αυτό προσπαθούμε να φτιάξουμε μια όμορφη στέγη για την οικογένεια μας. Είναι δύσκολο αλλά ξέρω ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Πολλές νύχτες την βλέπω να λυγίζει και τότε την παίρνω αγκαλιά και της χαϊδεύω τα μαλλιά καθώς κλαίει. ‘‘Που λες να πήγαν Αδάμ? Άραγε θα γυρίσουν ποτέ να μας βοηθήσουν?’’. Ξέρω πως όχι.

Προσπαθώ να είμαι γενναίος για εκείνη. ‘‘Δεν ξέρω. Ίσως. Μας αγαπούσαν. Ακόμα μας αγαπούν’’. Της φιλάω τα μαλλιά όπως έχω κάνει πολλές φορές. Ελπίζω, όσο τίποτε άλλο, αυτό που της είπα να είναι αλήθεια.

 

ΤΕΛΟΣ

About Darthlama

Πνευματικός και πολιτικός ηγέτης της εξόριστης κυβέρνησης του Θιβέτ.