Τετάρτη μεσημέρι, καφέ το Πτυχίο.Στο τραπέζι μια Άμστελ βαρέλι μικρή από τη μια και ένα κρύο τσάι λεμόνι από την άλλη.Ο Μ. και η Χ. κάθονται σιωπηλοί.Στην Χ. αρέσει αυτό το μαγαζί γιατί παίζει ωραία μουσική.Στον Μ. αρέσει ο κώλος της γκοθούς σερβιτόρας.Και στους δύο αρέσει γιατί είναι φτηνό.

Η ώρα είναι μία , ξαφνικά ο ήχος από ένα Sony Ericsson K700i σπάει τη μονοτονία.#Αχάριστη και αλήτισσα για πες μου τι σου ζήτησα…
-Ναι? Έλα μάνα, πως?Εντάξει, εντάξει έρχομαι!
Σηκώνεται, βγάζει από την τσέπη το καφέ δερμάτινο πορτοφόλι, πετάει δύο από τα καινούρια πεντάευρα στο τραπέζι.

-Μωράκι, πρέπει να φύγω, η κυρά-Τασία, ξέρεις πως τα φοβάται τα ποντίκια.
Tον κοιτάζει να απομακρύνεται, φοράει άσπρα μυτερά παπούτσια  με χρατς, άσπρες αθλητικές κάλτσες, μπεζ βερμούδα και μια ριγέ ποδοσφαιρική φανέλα με το όνομα ΦΡΑΤΖΕΣΚΟΣ στην πλάτη.Αναρωτιέται τι κάνει μαζί του.Έχει γίνει »modus vivendi» απαντά στον εαυτό της.»Έξις, δευτέρα φύσις εστί», θα έλεγε αν είχε περάσει Φιλοσοφική, αλλά πάτωσε στην Έκθεση, γιατί κόντευε να πάθει κρίση πανικού απ’το άγχος.
Στο πάτωμα είναι πεσμένη μια μαύρη γυναικεία τσάντα,τη σηκώνει, ανοίγει το φερμουάρ και βγάζει από μέσα το δεύτερο τόμο από το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι.Ώρες ώρες αισθάνεται πως είναι η Σόνια.
Τρία τέταρτα διάβασμα, μόλις πέντε σελίδες.Είναι πρόδηλο ότι δε μπορεί να συκγεντρωθεί, δεν έχει όρεξη για διάβασμα.Σηκώνει το χέρι, η κωλαρού πλησιάζει, η βυζαρού της δίνει τα λεφτά.Βάζει τα ρέστα στην τσέπη, νιώθει άσχημα γιατί ξέρει ότι αυτό είναι το χαρτζιλίκι της από τον καράφλα.Φεύγει.Στη διάβαση της Καμάρας ένα πρεζόνι πέφτει πάνω της, τον σπρώχνει, συνεχίζει.
Σπίτι.Το σταχτοδοχείο στο τραπέζι της κουζίνας γεμάτο γόπες, αηδία!Δεν είναι δικές της, δεν κάπνισε ποτέ.Της θυμίζουν τα γλοιώδη υγρά και βρωμερά φιλιά του Μ. Καυλώνει, ξαπλώνει στον καναπέ και αρχίζει μηχανικά να αυνανίζεται.Κοντά στον οργασμό χτυπάει το κινητό. Ο ήχος είναι το Time από Pink Floyd.Κοιτάζει στον τοίχο τον πίνακα, »Η εμμονή της μνήμης» Σαλβαδόρ Νταλί 1931.